Η πυρηνική λειτουργία της εργασίας στη δομή της κοινωνίας
Σημειώσεις για επικείμενη Εισήγηση στον Όμιλο μελέτης της Επαναστατικής Θεωρίας,
βασισμένες στη ''Λογική της Ιστορίας'' του Β.Α.Βαζιούλιν.
Θα ακολουθήσουν, μετά το τέλος της καθεαυτό εισήγησης, κάποιες κριτικές παρατηρήσεις από μέρους μου, πριν ανοίξει ο μεταξύ μας διάλογος.
Σε αυτές τις παρατηρήσεις να συμπεριλάβω πολύ σχηματικά τη κριτική Καστορίαδη-Μπωντριγιάρ στον ιστορικό υλισμό και την ''αρχή της παραγωγής'' που προεκβάλλεται σε προκαπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Επίσης, να γίνει νύξη για την εργασία ως καταφατική και την εργασία ως αρνητική διαδικασία (να παραβάλλω το απόσπασμα από την ανάρτηση ''δαιμονική διαλεκτική''). Κουβέντα για την ενδεχομένως ''ανθρωπομορφική'' αυτή οπτική, και την κριτική που της έχει ασκηθεί (βλ σχολή Αλτουσέρ θεωρητικός αντι-ανθρωπισμός, Ζακ Ρανσιέρ περί ουσιοκρατίας των χειρογράφων του 1844-αλλοτρίωση). Συζήτηση για το ''οικονομικό στοιχείο'' ανά τους αιώνες. Κριτική του Χάμπερμας στην εργασία ως ''ειδολογική'' πράξη αυτοσύστασης του είδους (αφού οι άνθρωποι ευθύς εξαρχής συνεργάζονται κατά την εργασία μετασχηματίζοντας τη Φύση, για αυτόν το επικοινωνιακό τους πράττειν και η συμβολική αναπαραγωγή της κοινότητας είναι τουλάχιστον της ίδιας σημασίας με το παραγωγικό-εργαλειακό πράττειν και την υλική αναπαραγωγή του είδους) Το παραπάνω αναδεικνύει και η σκιαγράφηση της αντίθεσης ανθρώπου-Φύσης, έναντι της ορθότερης διατύπωσής της ως ''ανθρώπων-φύσης''. Αν προλάβω, σύγκριση με την πρώιμη σχολή της Φρανκφούρτης (Μαρκούζε, Αντόρνο και οι θέσεις του Μπένγιαμιν).
Επίσης, να τεθεί το ζήτημα: οι τάξεις κινούν την ιστορία ή η διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων? Με αυτούς ή με άλλους όρους τίθεται το ερώτημα?
Η λογική εξέταση εδώ προηγείται, ωστόσο στη συνέχεια πρέπει να μετασχηματίζεται από το ιστορικά συγκεκριμένο των κοινωνιών (δουλοκτησία, φεουδαρχία κλπ), αφού η εργασία εν γένει, ως τέτοια, αποτελεί μια μονόπλευρη αφαίρεση, χωρίς όλο των πλούτο των ειδικών. Μάλιστα, αυτό το εν γένει, το γενικό, πρέπει να επανεξετάζεται και να διαρθρώνεται σε ένα όλο πιο βέλτιστο επίπεδο αφαίρεσης, όσο πληθαίνει ο πλούτος των ειδικών (διαλεκτική γενικού-ειδικού).
''Λογικό'' Κομμάτι.
Από το Είναι, την απλούστερη σχέση και την ουσία, στο φαινόμενο και την πραγματικότητα. Εδωπέρα μας αφορά η ανάβαση από το είναι στην ουσία (εργασία-παραγωγή).
Απλούστερη σχέση είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων ως έμβιων όντων με τη φύση (κατανάλωση) και μεταξύ τους (αναπαραγωγή). Η κατανάλωση για την κάλυψη βιολογικών αναγκών (το καθαρό ''βιολογικό'' αποτελεί λογική αφαίρεση από τον άνθρωπο). Αναπαραγωγή ατόμου-γένους (αλληλεπίδραση έμβιων όντων μεταξύ τους). Όπως απλούστερη σχέση είναι στο ''Κεφάλαιο'' το εμπόρευμα-εμπορευματική σχέση και η διαλεκτική αξίας χρήσης-ανταλλακτικής αξίας, έτσι και στη ''Λογική της Ιστορίας'', απλούστερη σχέση της κοινωνικής ολότητας είναι η κατανάλωση-καταναλωτική σχέση και η διαλεκτική έμβιων όντων-περιβάλλοντος.
Όπως ο Μάρξ ξεκινά φαινομενικά με το μη καπιταλιστικό εμπόρευμα στο Κεφάλαιο (εμπόρευμα ως δεδομένο και ανεξαρτήτως του καθολικού συσχετισμού με τα άλλα εμπορεύματα), έτσι ξεκινά και ο Βαζιούλιν φαινομενικά από τον άνθρωπο ως δεδομένο έμβιο ον, ανεξαρτήτως από τον συσχετισμό του με τους άλλους ανθρώπους. Όπως το μη καπιταλιστικό εμπόρευμα βρίσκεται ''εκτός'' του καπιταλισμού, έτσι και η αλληλεπίδραση έμβιου όντος-περιβάλλοντος βρίσκεται ''εκτός'' της κοινωνικής ολότητας (στο επίπεδο των ζώων)-ο άνθρωπος δεν είναι απλώς έμβιο ον. Ωστόσο, και τα δύο, ως αππλούστερες σχέσεις μελετώνται στον Μάρξ και τον Βαζιούλιν αρχικά σε ''καθαρή'' μορφή, για να αναιρεθούν ύστερα με την ανάβαση στην ουσία (το ''βιολογικό'' αναιρείται βαθμιαία από το κοινωνικό, με την ανάβαση στην ουσία, την εργασία, το φαινόμενο-μορφές κοινωνικής συνείδησης-και την πραγματικότητα, το μη καπιταλιστικό εμπόρευμα αναιρείται βαθμιαία με την ανάβαση στην ουσία, το κεφάλαιο, το φαινόμενο, την κυκλοφορία, και την πραγματικότητα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής).
Το εμπόρευμα χαρακτηρίζεται από μια διαλεκτική ένταση στο εσωτερικό του, αυτήν της αξίας χρήσης-ανταλλακτικής αξίας. Η κατανάλωση χαρακτηρίζεται εσωτερικά από τη διαλεκτική ένταση έμβιου όντος-περιβάλλοντος. (επίσης αντίθεση ποιότητας-ποσότητας?)
Αρχικά,η κατανάλωση είναι ταυτόσημη με την παραγωγή. Η ''παραγωγή'' της ζωής ταυτίζεται με την κατανάλωση (της Φύσης) για (ανα)παραγωγή του έμβιου όντος. Οι σχέσεις μεταξύ των έμβιων όντων για την (ανα)παραγωγή τους είναι οι σεξουαλικές σχέσεις (πράγμα που συνιστά κατανάλωση φυσικών δυνάμεων) ενώ η σχέση έμβιων όντων-περιβάλλοντος είναι η σχέση κατανάλωσης αντικειμένων προς κατανάλωση.
Η αντίφαση έμβιου όντος-περιβάλλοντος παίρνει διάφορες μορφές.
Υπάρχει ευθεία σύνδεση, στη Λογική μεθοδολογία του Βαζιούλιν, των μορφών αυτών με τις μορφές της αξίας του Κ.Μάρξ, στο Κεφάλαιο.
Γράφει ο Μάρξ: ''Στον ίδιο βαθμό όμως που αναπτύσσεται η μορφή της αξίας, γενικά, αναπτύσσεται και η αντίθεση ανάμεσα στους δύο πόλους της, ανάμεσα στη σχετική μορφή της αξίας και στην ισοδύναμη μορφή. Η πρώτη μορφή (σ.σ μορφή 1) κιόλας-20 πήχες πανί=1 σακάκι-περικλείνει αυτή την αντίθεση, όμως δεν την παγιώνει. Ανάλογα με το πως θα διαβαστεί η εξίσωση αυτή, από τ'αριστερά προς τα δεξία ή από τα δεξιά προς τ'αριστερά, το καθένα από τα δύο άκρα, και το πανί και το σακάκι, βρίσκονται εναλλάξ πότε στη σχετική μορφή της αξίας, πότε στην ισοδύναμη. Εδώ χρειάζεται ακόμα αρκετός κόπος για να καταδειχτεί η πολική αντίθεση (σημείωση δικιά μου: ταυτότητα με ενυπάρχουσα διάκριση).
Στη μορφή 2 κάθε φορά μόνο ένα είδος εμπορεύματος μπορεί να αναπτύξει ολοκληρωτικά τη σχετική του αξία ή βρίσκεται το ίδιο μόνο στην αναπτυγμένη σχετική μορφή της αξίας, επειδή και εφόσον όλα τα άλλα εμπορεύματα βρίσκονται απέναντί του στην ισοδύναμη μορφή. Εδώ δεν μπορούμε πια ν'αντιστρέψουμε τις δύο πλευρές της εξίσωσης της αξίας λχ την εξίσωση 20 πήχες πανί=1 σακάκι, ή =10 λίβρες τσάι, ή =1 κουάρτερ στάρι κλπ-χωρίς να αλλάξουμε το συνολικό της χαρακτήρα και να τη μετατρέψουμε από την ολική στη γενική μορφή της αξίας.
Τέλος η τελευταία μορφή, η μορφή 3, δίνει στον κόσμο των εμπορευμάτων τη γενική-κοινωνική σχετική μορφή της αξίας επειδή και εφόσον όλα τα εμπορεύματα που ανήκουν σ'αυτήν-με μια μόνη εξαίρεση, αποκλείονται από τη γενική ισοδύναμη μορφή. Γι'αυτό ένα εμπόρευμα, το πανί, βρίσκεται στη μορφή της άμεσης ανταλλαξιμότητας με όλα τα άλλα εμπορεύματα ή σε άμεση κοινωνική μορφή, επειδή κι εφόσον όλα τα άλλα εμπορεύματα δεν βρίσκονται σε αυτήν.
Αντίθετα, το εμπόρευμα που φιγουράρει σαν γενικό ισοδύναμο, είναι αποκλεισμένο από την ενιαία, κι επομένως γενική σχετική μορφή της αξίας του κόσμου των εμπορευμάτων...Για να εκφράσουμε τη σχετική αξία του γενικού ισοδυνάμου, πρέπει πιο σωστά να αντιστρέψουμε τη μορφή 3. Το γενικό ισοδύναμο δεν έχει κοινή με τα άλλα εμπορεύματα σχετική μορφή αξίας, αλλά την αξία του την εκφράζει σχετικά η ατελείωτη σειρά όλων των άλλων σωμάτων των εμπορευμάτων. Έτσι η αναπτυγμένη σχετική μορφή της αξίας ή μορφή 2 εμφανίζεται τώρα σαν η ειδική σχετική μορφή της αξίας του εμπορεύματος που παίζει το ρόλο του γενικού ισοδυνάμου.
Η γενική ισοδύναμη μορφή (σ.σ μορφή 4) είναι μια μορφή της αξίας γενικά. Μπορεί επομένως να λάχει σε οποιοδήποτε εμπόρευμα. Αντίθετα, ένα εμπόρευμα βρίσκεται στη γενική ισοδύναμη μορφή (μορφή 3) μονάχα επειδή και εφόσον το έχουν ξεχωρίσει όλα τα άλλα εμπορεύματα σαν ισοδύναμο. Και μόνο από τη στιγμή που ο ξεχωρισμός αυτός περιορίζεται οριστικά σε ένα ειδικό είδος εμπορεύματος η ενιαία σχετική μορφή της αξίας του κόσμου των εμπορευμάτω αποχτάει αντικειμενική σταθερότητα και γενική κοινωνική ισχύ.
Το ειδικό λοιπόν είδος εμπορεύματος, που με τη φυσική του μορφή συμφύεται κοινωνική η ισοδύναμη μορφή, γίνεται χρηματικό εμπόρευμα ή λειτουργεί σαν χρήμα...Αν λοιπόν στη μορφή 3 στη θέση του εμπορεύματος πανί βάλουμε το εμπόρευμα χρυσός, τότε αποχτούμε τή:
Χρηματική μορφή.
2Ο πήχες πανί=1 σακάκι=10 λίβρες τσάι=40 λίβρες καβές (κ.ο.κ)=2 ούγγιες χρυσός.
Στο πέρασμα από τη μορφή 1 στη μορφή 2, και από τη μορφή 2 στη μορφή 3, συντελούνται ουσιαστικές αλλαγές. Αντίθετα η μορφή 4 δεν διαφέρει σε τίποτα από τη μορφή 3, εκτός από το ότι στη θέση του πανιού τη γενική ισοδύναμη μορφή την έχει ο χρυσός...Η πρόοδος συνίσταται μόνο στο ότι η μορφή της άμεσης γενικής ανταλλαξιμότητας ή η γενική ισοδύναμη μορφή είναι τώρα από κοινωνική συνήθεια συνυφασμένη οριστικά με την ειδική φυσική μορφή του εμπορεύματος χρυσός (1)''.
Ας δούμε λοιπόν, έχοντας τα παραπάνω στο μυαλό μας, τις μορφές που παίρνει στο έργο του Βαζιούλιν η κατανάλωση ως σχέση του έμβιου όντος με το περιβάλλον του (βλ. σχετικά ''Λογική της Ιστορίας'', σελ 132 και έπειτα).
Μορφή 1-μη ανεπτυγμένη μορφή: η κατανάλωση ταυτίζεται με την διαδικασία εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση (θα έλεγα πως γίνεται uno actu, ταυτόχρονα, άμεσα). Στα φυτά* ο περίγυρος/περιβάλλον εξασφαλίζει στο φυτό την ύπαρξή του άμεσα. Και ο άνθρωπος και το ζώο έχει κάποιες τέτοιες ανάλογες, άμεσες λειτουργίες κατανάλωσης για την κάλυψη βιολογικών αναγκών (πχ αναπνοή). Η κατανάλωση καθορίζεται κυρίαρχα από το περιβάλλον, το αναλώσιμο υλικό δημιουργείται από διαδικασίες διαφορετικές από τη διαδικασία της κατανάλωσης, δλδ ο σχηματισμός του είναι τυχαίος σε σχέση με την κατανάλωση, δεν συνδέεται κα'ανάγκη με αυτή. Ετεροκαθορισμός δλδ του έμβιου όντος από το περιβάλλον.
*Τα φυτά και τα ζώα εξετάζονται ως προς τον ''κανόνα'' και όχι τις εξαιρέσεις. Υπάρχουν φυτά που έχουν κινητικές λειτουργίες (αναρριχώμενα), και ζώα με σχετικά ''ακίνητο'' τρόπο ζωής, όπως επισημάινει ο Βαζιούλιν.
Η μορφή 1 είναι αντίστοιχη της απλής-μεμονωμένης ή τυχαίας μορφής της αξίας στο ''Κεφάλαιο'', βλ. το παραπάνω σχετικό απόσπασμα
Ταυτότητα του έμβιου όντος με το περιβάλλον, με ενυπάρχουσα διάκριση. ''Εδώ χρειάζεται αρκετός ακόμα κόπος για να καταδειχτεί η πολική αντίθεση''.
Μορφή 2 (πιο ανεπτυγμένη)- Σχετικός αμοιβαίος διαχωρισμός των δύο διαδικασιών, δλδ της εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση και της κατανάλωσης καθεαυτής.
Μορφή χαρακτηριστική στα ζώα. Όπως και στα φυτά έτσι και στα ζώα κυριαρχούν οι ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος (κυρίαρχος πόλος της αντίφασης). Το φυσικό περιβάλλον εξαναγκάζει τα ζώα να κινούνται προς αναζήτηση και εξασφάλιση αντικειμένων προς κατανάλωση. Ο διαχωρισμός κατανάλωσης και διαδικασίας εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση, είναι η βάση της διαφοράς του ζώου από το περιβάλλον. Περιβάλλον=αντικείμενα προς κατανάλωση, ζώο=εκείνο που καταναλώνει, διαδικασία εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση=''διαμεσολάβηση'' (με το ένστικτο, όχι κατα-νοητικά).
Η μορφή 2 είναι αντίστοιχη της ολικής ή αναπτυγμένης μορφή της αξίας στο ''Κεφάλαιο'' (μορφή 2 στη λογική ανάπτυξη της ''αξίας'').
Κατά τον Βαζιούλιν, στη μορφή 2 διατηρείται η εσωτερική σύνδεση του εμβίου όντος με τα προς κατανάλωση αντικείμενα και με την εξασφάλιση αντικειμένων προς κατανάλωση. Η εσωτερική όμως αυτή ενότητα του εμβίου όντος με τα αναλώσιμα αντικείμενα υλοποιείται μέσω μιας εξωτερικής σύνδεσης δύο διαδικασιών, εσωτερικά ενιαίων αλλά ταυτόχρονα και εξωτερικά διαχωρισμένων: της κατανάλωσης και της εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση. Δεν υπάρχει άμεση σύνδεση του έμβιου όντος με τα αναλώσιμα αντικείμενα, αλλά μια σύνδεση που υλοποιείται με εξωτερικό τρόπο (το ζώο εξασφαλίζει την τροφή του, η διαδικασία εξασφαλίσης είναι μια δράση του που το ενοποιεί με το περιβάλλον, αλλά τα δύο μέρη της σύνδεσης αυτής, πέραν της στιγμής αυτής της ενοποίησης, βαίνουν παράλληλα και ανεξάρτητα). Για αυτό η δυνατότητα να διαρραγεί η ενότητα (οδηγώντας μέχρι και στο θάνατο του όντος), είναι πολύ πιθανότερη από ότι στην περίπτωση της άμεση ενότητας έμβιου όντος και περιβάλλοντος (φυτά).
Και στη μορφή 1 και 2, τα έμβια όντα αντεπιδρούν στο περιβάλλον. Η αντεπίδραση, στη μορφή ένα συμβαίνει με την κατανάλωση υλικού που αντλείται από το φυσικό περιβάλλον και με την αποβολή των παραπροιόντων του μεταβολισμού. Στη μορφή 2 η παραπάνω διαδικασία διατηρείται σε ανηρημένη μορφή, όμως το κύριο χαρακτηριστικό της μορφής αυτής είναι η ύπαρξη μιας σχετικά διαχωρισμένης διαδικασίας εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση. Για αυτό ωστόσο απαιτείται ειδική αντίστροφη επενέργεια στο περιβάλλον αφενός, αφετέρου ειδικά μέσα-όργανα αυτής της επενέργειας.
Με ειδικά μέσα-όργανα, η εξασφάλιση αντικειμένων προς κατανάλωση χωρίζεται σε εξασφάλιση φυτικών και εξασφάλιση ζωικών αντικειμένων. Απλούστερη εξασφάλιση συνιστά η πρώτη περίπτωση. Ο άνθρωπος διατηρεί λίγο-πολύ και τους δύο αυτούς τρόπους σε μετασχηματισμένη μορφή.
Στην περίπτωση της ζωώδους εξασφάλισης (εν είδει ''μηχανικής'' επενέργειας) αντικειμένων προς κατανάλωση, η Φύση προβάλλει ως αποθεματικό αναλώσιμων αντικειμένων σε έτοιμη μορφή.
Ακόμη πιο αναπτυγμένη μορφή (μορφή 3) εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση είναι η χρησιμοποίηση των (κατά κύριο λόγο μηχανικών) ιδιοτήτων ανόργανης και οργανικής προέλευσης (λίθου,ράβδου, οστού), για την εξασφάλιση αντικειμένων προς κατανάλωση από τη Φύση σε έτοιμη μορφή. Τα χρησιμοποιούμενα αυτά μέσα αποτελούν προέκταση των οργάνων του σώματος του έμβιου όντος, ωστόσο χρησιμοποιούνται συγκυριακά, τυχαία, ανάλογα με τις φυσικές ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος και του έμβιου όντος.
Σε σχέση με τη μορφή 2, στη μορφή 3 τα αντικείμενα προς κατανάλωση παραμένουν σε έτοιμη μορφή, ωστόσο το ''οπλοστάσιο'' των τρόπων της εξασφάλισης των αναλώσιμων υλικών είναι ασύγκριτα πλουσιότερο, πράγμα που συνιστά ουσιώδη διαφορά.
Η μετάβαση στην τελευταία, τέταρτη μορφή (Μορφή 4), συνίσταται στην μετατροπή των μέσων επενέργειας (που δεν αποτελούν όργανα του σώματος) από υπηγμένη σε κυρίαρχη στιγμή της διαδικασίας εξασφάλισης αντικειμένων προς κατανάλωση. Τα μέσα αυτά, καθώς προσκρούουν στην αντίσταση-αντεπίδραση των αντικειμένων που δέχονται την επενέργεια, και για να μπορέσουν να συμβάλλουν στην ολοένα και καλύτερη κάλυψη των βιολογικών αναγκών, τροποποιούνται λειτουργικά και μορφολογικά. Τα μέσα αυτά ωστόσο, για τους ίδιους λόγους (αντίσταση στην επενέργεια, κάλυψη βιολογικών αναγκών), μετασχηματίζουν και τα ίδια τα αναλώσιμα αντικείμενα. Περνάμε δηλαδή στα τεχνητά δημιουργημένα, από την επενέργεια του όντος, μέσα-όργανα αλλά και αναλώσιμα αντικείμενα. Μετασχηματίζονται δηλαδή και οι δύο ακραίοι όροι της διαδικασίας, μέσα-όργανα και αντικείμενα προς κατανάλωση.
Αυτή η μορφή είναι η ιδιότυπα ανθρώπινη.
Στη τελευταία αυτή μορφή ανάπτυξης, αίρεται η αντίθεση έμβιου όντος-περιβάλλοντος, πράγμα που σημαίνει ότι αναβαθμίζεται ριζικά και αναπτύσσεται σε ένα ανώτερο επίπεδο (και όχι ότι καταλήξαμε σε μια ''ήρεμη'', ατάραχη ψευδοεγελιανή ''σύνθεση''). Όσο περισσότερο η διαδικασία εξασφάλισης, από το έμβιο ον, των αντικειμένων προς κατανάλωση διαχωρίζεται και ανεξαρτητοποιείται από το περιβάλλον, που παρέχει τα αναλώσιμα υλικά, τόσο πιο ανεπτυγμένη πρέπει να είναι η αντίστροφη επενέργεια του όντος προς το περιβάλλον, ώστε να διατηρηθεί αυτό στη ζωή, γιατί σε αντίθεση με την άμεση σχέση μετο περιβάλλον (φυτά), η όλο και πιο έμμεση, διαμεσολαβημένη σχέση έμβιου όντος-περιβάλλοντος, η όλο και μεγαλύτερη απόσταση εξασφάλισης αναλώσιμων υλικών και περιβάλλοντος που τα παρέχει, όπως ήδη τονίστηκε, αυξάνει κατακόρυφα τις πιθανότητες και τους κινδύνους θραύσης της ενότητας αυτής (έως τον βιολογικό θάνατο).
Η αντίφαση, αφενός της λειτουργίας και της ανανέωσης της κατανάλωσης, αφετέρου της διαδικασίας διαμόρφωσης αντικειμένων προς κατανάλωση, (έκφρασή της η αναντιστοιχία ποσοτική και ποιοτική, διαθέσιμων σε έτοιμη μορφή αναλώσιμων υλικών και και αναγκών), διευθετείται ριζικά μόνο με την υπαγωγή της διαδικασίας διαμόρφωσης των αντικειμένων προς κατανάλωση στη διαδικασία της κατανάλωσης. Δηλαδή, με άλλα λόγια, έχουμε, με συστηματικό τρόπο, εργασία χάριν της κατανάλωσης. Η διαμόρφωση αντικειμένων προς κατανάλωση χάριν της κατανάλωσης (με εσωτερική, βαθιά ενότητα καταναλωτικών αναγκών και αναλώσιμων αντικειμένων), συνιστά την παραγωγή (βαθιά ενότητα παραγωγής και κατανάλωσης).
Πλέον, ο ρόλος των μέσων επενέργειας στην ενοποιημένη διαδικασία παραγωγής και κατανάλωσης, είναι κεφαλαιώδης. Ανάγκες κατανάλωσης, αναλώσιμα αντικείμενα, μέσα παραγωγής, βρίσκονται σε εσωτερική ενότητα. Ακόμη, υπάρχει και εσωτερική διαφοροποίηση της ενότητας αυτής. ξεχωρίζει η διαδικασία παραγωγής/διαμόρφωσης μέσων επενέργειας. η διαδικασία διαμόρφωσης των αντικείμενων προς κατανάλωση, και η διαδικασία εύρεσης αυτών των αντικειμένων (άγρα).
Η κατανάλωση είναι και παραγωγή, (ανα)παραγωγή του έμβιου όντος. Η παραγωγή είναι και ''παραγωγική κατανάλωση'', κατανάλωση των πρώτων υλών και φυσικών δυνάμεων του ανθρώπου (Βλ. Grundrisse). Η κατανάλωση ωθεί στην παραγωγή αλλά και η επανάληψη της παραγωγής διαμορφώνει την κατανάλωση (ανα-παράγει και αναπτύσσει τις ανάγκες προς κατανάλωση).
Η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση, με ιδιότυπα ανθρώπινη μορφή, από την πλευρά της συμμετοχής του ανθρώπου με τα όργανα, τις φυσικές δυνάμεις του κλπ προβάλλει ως εργασία, από την πλευρά της εσωτερικής ενότητας της αλληλεπίδρασης με την κατανάλωση και της τεχνητής δημιουργίας αντικειμένων προς κατανάλωση, ως παραγωγή.
Στις μορφές 1 και 2, κυρίαρχος πόλος της αντίφασης είναι η φύση. Η μορφή 3 είναι μια μορφή ενδιάμεση. Στη μορφή 4, καθοριστικό στοιχείο είναι η επενέργεια του ανθρώπου στη Φύση, η οποία παραμένει αναγκαίος όρος.
Η εργασία (εργασία εν γένει) ως πυρήνας του κοινωνικού γίγνεσθαι.
'' Η εργασία είναι πρώτα μια διαδικασία ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση, μια διαδικασία όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση. Την ύλη της φύσης ο ίδιος ο άνθρωπος την αντιμετωπίζει σαν μια φυσική δύναμη. Τις φυσικές δυνάμεις που ανήκουν στο σώμα του, τα μπράτσα και τα πόδια, το κεφάλι και τα χέρια, τα βάζει σε κίνηση για να ιδιοποιηθεί τη φυσική ύλη με μια μορφή χρήσιμη για τη δική του ζωή. Επενεργώντας με την κίνηση αυτή πάνω στη φύση που βρίσκεται έξω απ’ αυτόν και αλλάζοντάς την, αλλάζει ταυτόχρονα και τη δική του φύση. Αναπτύσσει τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα της και υποτάσσει στην κυριαρχία του το παιχνίδι των δυνάμεών της.
Δεν ασχολούμαστε εδώ με τις πρώτες ζωώδικες, ενστικτώδικες μορφές της εργασίας. Βαθιά, πίσω από την κατάσταση όπου ο εργάτης εμφανίζεται στην αγορά των εμπορευμάτων...βρίσκεται απομακρυσμένη σε πανάρχαιους χρόνους η κατάσταση όπου η ανθρώπινη εργασία δεν είχε ακόμα αποβάλει την πρώτη της ενστικτώδικη μορφή. Προϋποθέτουμε την εργασία με μια μορφή που ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο. Η αράχνη κάνει δουλειές που μοιάζουν μ’ αυτές που κάνει ο υφαντής, και η μέλισσα με το χτίσιμο των κυττάρων της κερύθρας της ντροπιάζει κάμποσους ανθρώπους- αρχιτέκτονες. Αυτό όμως που ξεχωρίζει από τα πρίν το χειρότερο αρχιτέκτονα από την καλύτερη μέλισσα είναι ότι έχει κιόλας φτιάξει το κύτταρο στο κεφάλι του, προτού το φτιάξει στο κερί. Στο τέλος της εργασιακής διαδικασίας λαμβάνεται ένα αποτέλεσμα, το οποίο ήδη από την αρχή αυτής της διαδικασίας υπήρχε στην αντίληψη του ανθρώπου, δηλαδή ιδεατά. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει μόνο τη μορφή αυτού που είναι δεδομένο από τη φύση. Εντός αυτού που είναι δεδομένο από τη φύση, υλοποιεί ταυτοχρόνως και τον συνειδητό του σκοπό, ο οποίος καθορίζει ως νόμος τον τρόπο και το χαρακτήρα της δράσης του και στον οποίο οφείλει να υποτάσσει τη βούλησή του'' (2)
''Γιατί, πρώτο, όσο διαφορετικές κι αν είναι οι ωφέλιμες εργασίες ή οι παραγωγικές δραστηριότητες, αποτελεί φυσιολογική αλήθεια ότι είναι λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού και ότι κάθε μια τέτοια λειτουργία, όποιο και αν είναι το περιεχόμενο και η μορφή της, είναι στην ουσία ξόδεμα μυαλού, νεύρων, μυώνων, αισθητηρίων οργάνων κλπ του ανθρώπου. Δεύτερο, όσο γιάυτό που βρίσκεται στη βάση του καθορισμού του μεγέθους της αξίας, δηλ η χρονική διάρκεια αυτού του ξοδέματος ή η ποσότητα της εργασίας, η ποσότητα διακρίνεται ακόμα και απτά από την ποιότητα της εργασίας. Σ'όλες τις κοινωνικές καταστάσεις, αν και όχι στον ίδιο βαθμό στις διαφορετικές βαθμίδες ανάπτυξης, έπρεπε να ενδιαφέρει τους ανθρώπους ο χρόνος εργασίας που απαιτεί η παραγωγή των μέσων συντήρησης. Τέλος, από τη στιγμή που κατά κάποιον τρόπο οι άνθρωποι εργάζονται ο ένας για τον άλλον, αποχτάει και η εργασία τους μια κοινωνική μορφή (3).
Η εργασιακή διαδικασία προυποθέτει προπαντός τη σωματική ανάγκη για το προς κατανάλωση αντικείμενο.
Η εργασία εν γένει περιλαμβάνει: υποκείμενο της εργασίας, αντικείμενο της εργασίας, μέσα της εργασίας, αποτέλεσμα ή προιόν της εργασίας.
Με εγελιανούς όρους, έχουμε την αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου. Υποκείμενο άνθρωπος, ή καλύτερα άνθρωποι-κοινωνία ? (συγκροτείται ως μορφή υποκειμενικότητας μόνο στην κεφαλαιοκρατία, και αυτό αντιφατικά), αφού η εργασία παίρνει μια κοινωνική μορφή. Αντικείμενο η Φύση. Όπως έχει δείξει ο Χέγκελ (πιο αναλυτικά, στη ''Φιλοσοφία του Πνεύματος''), το υποκείμενο αντικρίζει/προβάλλει στο αντικείμενο την έλλειψή του (εδώ, η ανάγκη). Ο ριζικός διαχωρισμός υποκειμένου-αντικειμένου σημαδεύεται από την έλλειψη. Το υποκείμενο πάει να άρει αυτήν την αντίθεση, εκπληρώνοντας την έλλειψή του/ανάγκη του. Θέτει ως υποκειμενικό σκοπό λοιπόν την κάλυψη της ανάγκης του. Ο υποκειμενικός αυτός σκοπός είναι ένας μορφικός προσδιορισμός. Η ιδεατή αυτή μορφή έρχεται να προσδιορίσει την ''ύλη'', το ακατέργαστο υλικό, την Φύση-ύλη, το αντικείμενο. Η εργασιακή δραστηριότητα διαμεσολαβεί το αντικειμενο με το υποκείμενο, τους ανθρώπους με τη Φύση, τον υποκειμενικό σκοπό με το αντικειμενικό υλικό. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, της εργασίας, η ύλη έχει προσλάβει τους μορφικούς προσδιορισμούς που έθεσε ο υποκειμενικός σκοπός, ο οποίος, ως υλοποιημένος σκοπός, παύει να είναι υποκειμενικός και γίνεται αντικειμενικός, αποτέλεσμα της εργασίας (βλ Θέσεις για τον Φόευρμπαχ, η ανθρώπινη πρακτική είναι μέρος του αντικειμενικού-αισθητού κόσμου). Αμέσως μόλις μορφοποιείται η ύλη, γίνεται περιεχόμενο της μορφής. Ενα παράδειγμα (Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής). Μια πέτρα, σε σχέση με το υποκείμενο της εργασίας, είναι μια ύλη. Ο Χέγκελ λέει πως η ύλη είναι η απόλυτη μορφή, μπορεί να πάρει οποιαδήποτε μορφή επδ δεν έχει καμία μορφή. Η πέτρα βέβαια έχει μια ορισμένη μορφή, σε σχέση όμως με το υποκείμενο της εργασίας, είναι ένα ακατέργαστο υλικό, και δυνάμει μορφοποιήσιμο με πολλαπλούς τρόπους. Άλλο παράδειγμα. Η φυσική ύλη, η Φύση, έξω από την κοινωνική παραγωγή των ανθρώπων, είναι αδιάφορη. Όταν όμως γίνεται αντικείμενο της εργασιακής δραστηριότητας, γίνεται πρώτη ύλη και μορφοποιείται μέ ένα ορισμένο τρόπο, κατά την παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη φύση και εντός των σχέσεων επικοινωνίας (σχέσεις παραγωγής), που αναπτύσσονται κατά τη διαδικασία αυτή.
Μικρη ανακεφαλαιωση. Συστατικά στοιχεία της εργασίας: Υποκείμενο εργασίας, υποκειμενικός σκοπός, μέσα εργασίας, αντικείμενο εργασίας, αποτέλεσμα/προιόν εργασίας ή υλοποιημένος σκοπός.
Ο σκοπός είναι η ιδεατή/προτρέχουσα σύλληψη του αποτελέσματος, ως παράστασή του. Καθορίζει ως ''νόμος'' το αποτέλεσμα της εργασίας. Τελολογία (ανθρώπινος σκοπός)-αιτιοκρατία (φύση). Τελικά vs ποιητικά αίτια. Οντολογικά ο σκοπός μοιάζει ανεξάρτητος από την εργασιακή δραστηριότητα, όμως, κατά την υλιστική αντίληψη, η εργασιακή δραστηριότητα παίζει τον καθοριστικό ρόλο έναντι του σκοπού και όχι το αντίστροφο. Tο υλικό στοιχείο πρωτεύον, έναντι του ιδεατού.
Πραγματικός σκοπός είναι κατά τον Βαζιούλιν ο υλοποιούμενος σκοπός, που αντιστοιχεί στα μέσα εργασίας, στο αντικείμενο της εργασίας και στις δεξιότητες του υποκειμένου της εργασίας. Ο πραγματικός (ρεαλιστικός) σκοπός της εργασίας είναι τελικά αυτός που έχει κατ'ουσίαν και ολοκληρωτικά διαμορφωθεί και πραγματωθεί μέσα στο αποτέλεσμα της εργασιακής δραστηριότητας.
Ενδεχόμενος/δυνητικός σκοπός είναι ο υποκειμενικός-ιδεατός σκοπός. Ο ιδεατός μετατρέπεται σε πραγματικό σκοπό (που εμπεριέχεται στο αποτέλεσμα) με την εργασιακή δραστηριότητα. Ένας καθαρά ιδεατός σκοπός είναι αποκύημα της φαντασίας, καθώς είναι αναντίστοιχος με τα μέσα, το αντικείμενο της εργασίας ή με τις δεξιότητες του υποκειμένου εργασίας (ή με όλα αυτά μαζί).
Ο σκοπός είναι η ανάγκη, η οποία από στιγμή της κατανάλωσης, βρίσκεται επίσης ενταγμένη στην εργασιακή δραστηριότητα. Σε κάθε μορφή της αλληλεπίδρασης έμβιου όντος-περιβάλλοντος αντιστοιχεί και μια φάση ανάπτυξης/διαμόρφωσης του αντίστοιχου σκοπού που έχει το ον σε αυτή την αλληλεπίδραση. Πλήρως διαμορφωμένο, κατ'ουσίαν σκοπό, ιδιότυπα ανθρώπινο, έχουμε μόνο στην 4 μορφή.
Ο σκοπός ναι μεν προηγείται μιας πραγματικής, εμπειρικά διαπιστώσιμης και συγκεκριμένης, επαναλαμβανόμενης εργασιακής δραστηριότητας (κουτάκια coca-cola), αλλά ως προς την εμφάνιση και την ανάπτυξη της εργασιακής δραστηριότητας εν γένει, η ικανότητα της σκοποθεσίας εμφανίζεται, διαμορφώνεται και αναπτύσσεται μαζί με την εργασιακή δραστηριότητα.
Μέσο εργασίας είναι εκείνο με την βοήθεια του οποίου ο άνθρωπος διαμεσολαβεί εργασιακά τη Φύση.
Αντικείμενο της εργασίας είναι εκείνο επί του οποίου ασκείται η εργασιακή επενέργεια.
Τρόπος εργασίας είναι το πώς ασκείται η επενέργεια επί του αντικειμένου με τη βοήθεια του μέσου.
Αποτέλεσμα της εργασίας είναι το τί δημιουργείται ως απότοκο της εργασιακής δραστηριότητας και του μετασχηματισμού του αντικειμένου.
+Σκοπος, όλα τα παραπάνω σε αλληλοσύνδεση. Μεταβολή του ενός προκαλεί και μεταβολή των άλλων με την ανανέωση-ανακύκλιση της εργασιακής δραστηριότητας. Η ανάγκη είναι εξωτερική σε σχέση με την εργασιακή δραστηριότητα, αλλά μετατρεπόμενη σε σκοπό εσωτερικεύεται σε αυτή.
Το υλικό (άμορφη ύλη ως δυνάμει πολλαπλή μορφή), είναι εξωτερικό σε σχέση με όλα τα παραπάνω, και για αυτό συνδέεται με την εργασιακή δραστηριότητα και τα συστατικά της στοιχεία εξωτερικά.
Η ανανέωση του εργασιακού κύκλου προυποθέτει την επαναφορά/επανεμφάνιση της ανάγκης που έχει ικανοποιηθεί, του μέσου, του σκοπού, του τρόπου και του αντικειμένου. Η έλλειψη αναπαράγεται διαρκώς λόγω του ριζικού διχασμού υποκειμένου και αντικειμένου (επομένως ως τέτοια δεν επανακτάται), εκείνο που αλλάζει είναι η μορφές που αυτή προσλαμβάνει (η ανάγκη μπορεί να είναι ανάγκη για διαφορετικά πράγματα, πάντα όμως θα υπάρχει ανάγκη για κάτι, η διαφορά του υποκειμένου με το αντικείμενο, που είναι η έλλειψη, γεννά την επιθυμία του πρώτου να άρει τον διχασμό του με το δεύτερο).
Προσωπικός και εμπράγματος παράγοντας της εργασίας. Άνθρωπος και οι εργασιακές του ιδιότητες (ό,τι ονομάστηκε πριν ''τρόπος'' εργασίας), έναντι μέσων και αντικειμένων της εργασίας.
Η ζωτικά απαραίτητα ανάγκη είναι αυτή που υπαγορεύει την αναγκαιότητα κυκλικής επανάληψης της εργασιακής δραστηριότητας. Υπενθυμίζουμε ότι το βιολογικού και κοινωνικό, κατ'επέκταση εδώ η ''ζωτική'' έναντι της ''πολιτιστικής-κοινωνικής'' ανάγκης, έχουν διαχωρισθεί μέσω μιας λογικής αφαίρεσης (όπως διαχωρίζεται πχ η αξία χρήσης από την ανταλλακτική αξία εντός του καπιταλιστικού εμπορεύματος). Εν πάσει περιπτώσει, υπάρχει ένα mimimum αναλώσιμων αντικειμένων που χρειάζεται ένας οργανισμός για να (ανα)παράγει απλά και μόνο την ύπαρξή του.
Ωρίμανση εργασίας-διαμελισμός, εσωτερική διαμοροποίηση παράλληλα με την όλο και στενότερη σύνδεση των όρων-συστατικών στοιχείων της εργασίας-ολοένα και πιο αρθρωτή διάταξή τους. Η βαθιά αμοιβαία συνάφεια κλπ πραγματοποιείται μέσω του αντίποδά της, του όλο και μεγαλύτερου διαμεσελισμού.
Παράδειγμα:
Περίπτωση 1 Περίπτωση 2
α--------α---------α α-α-α-α-α-α-α-α-α-α-α-α
Oι σύνδεσμοι στην δεύτερη περίπτωση εξασφαλίζουν μεγαλύτερη συνοχή των μερών, από ό,τι στην πρώτη, μολονότι τα συστατικά μέρη είναι περισσότερα. Επίσης, στην δεύτερη περίπτωση, το κάθε συστατικό μέρος, διαφοροποιούμενο με την ενοποίησή του, αποκτά και μια σχετική αυτοτέλεια και τη δική του ιστορία (ο όρος θυμίζει Αλτουσέρ και στοιχεία της δομής του εποικοδομήματος).
Η διαφορά των εργασιακών διαδικασίων, εκτός της διαφοράς που απορρέει από τις εσωτερικές συνδέσεις της ίδιας της εργασίας (αντικείμενο, τρόπος, μέσο εργασίας κλπ), εξαρτάται και από τον διαμελισμό των ζωτικά απαραίτητων αναγκών εκ της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος (πχ παραγωγή τροφίμων ως ειδικό είδος παραγωγής, παραγωγή ρουχισμού, υποδημάτων (σ.σ έχει βρεθεί υπόδημα 5.500 ετών!).
Η αναπαραγωγή των ανθρώπων και η αυτοανανέωση των βιολογικών και σωματικών τους αναγκών είναι αυτό που προκαλεί και την ανανέωση της εργασιακής δραστηριότητας. Η παραγωγική (κατ)ανάλωση μέσου και αντικειμένου εργασίας ωθεί στην εκ νέου, έξωθεν εισαγωγή τους. Με άλλα λόγια, τα συστατικά της εργασίας φθίνουν και ξοδεύονται, όπως και η φυσική δύναμη του ανθρώπου.
Η επανάληψη αυτή, για να μπορεί να συντελείται, απαιτεί κάποια σταθερά χαρακτηριστικά του τρόπου εργασίας (πχ διδαγμένες στον άνθρωπο δεξιότητες), του αντικειμένου (δημιουργία ομογενοποιημένων αναλώσιμων υλικών πχ κράμα σιδήρου), του μέσου εργασίας.
Η όλη αυτή αναπαραγωγή των αναγκών, των συστατικών στοιχείων της εργασίας και των ανθρώπων, αναπτύσσει ποιοτικά και ποσοτικά όλα τα παραπάνω στοιχεία, έτσι που η περιπλοκή και η αύξηση (αυξημένες απαιτήσεις) της εργασίας, οδηγεί στον καταμερισμό εργασίας.
Η ποσότητα του διαθέσιμου φυσικού υλικού είναι περιορισμένη. Οι ανάγκες αυξάνονται ως προς την ποσότητα αλλά και την ποικιλομορφία (ποιότητα). Αυτό ισχύει για το κάθε άτομο ξεχωριστά, αλλά και για σύνολο το γένος, το οποίο επίσης πολλαπλασιάζεται ποσοστικά και χαρακτηρίζεται από όλο και μεγαλύτερη ποικιλομορφία αναγκών, από ό,τι το κάθε ξεχωριστό άτομο. Έτσι πολλαπλασιάζονται ποσοτικά και γίνονται όλο και πιο ποικιλόμορφες και οι αντίστοιχες εργασιακές δραστηριότητες. Άρα και ο καταμερισμός εργασίας γίνεται όλο και πιο εκτεταμένος και εσωτερικά διαφοροποιημένος-πολυσύνθετος.
Η όλη παραπάνω συνολική εργασιακή δραστηριότητα προσκρούει στο όριο των δυνατοτήτων του μεμονωμένου ατόμου. Ο καταμερισμός εργασίας επιμερίζεται σε ένα σύνολο ανθρώπων του γένους, ανάλογα με τις ατομικές (φυσικές) ιδιότητες του καθενός, σε γυναίκες, άντρες, παιδιά, γέροντες. Η συνέχιση της ζωής του γένους απαιτεί την ένταξη στην εργασιακή διαδικασία νέων ατόμων. Επομένως απαιτείται η διαγενεακή μεταβίβαση των εργασιακών δεξιοτήτων (πτυχή της ''παιδείας''). Πλάι στην εργασία για την διαμόρφωση μέσων της εργασίας, στην εργασία για την διαμόρφωση (επεξεργασία) αντικειμένων της εργασίας, παρουσιάζεται η ανάγκη εργασίας για την δημιουργία/διαμόρφωση υποκειμένων της εργασίας (ανθρώπων που θα κατέχουν τον ''τρόπο'' εργασίας, της εργασιακές ιδιότητες). Πλέον όλα τα συστατικά της εργασίας είναι τεχνητά, δημιουργημένα. Δηλαδή η εργασιακή διαδικασία μετασχηματίζει καθ'ομοίωσή της όλα τα συστατικά στοιχεία της εργασίας, συγκροτώντας την αντίστοιχη εαυτής βάση, δηλαδή αυτο-διαμορφώνεται, ωριμάζει.
Όσο η εργασία παραμένει ανώριμη, λειτουργεί ως μέσο για την ικανοποίηση εξωτερικών αναγκών, και από εκεί αντλεί την αιτία της κίνησής της. Με την ωρίμανσή της η εργασία, έχοντας αυτοδιαμορφωθεί και συγκροτήσει αντίστοιχη εαυτής βάση, μεταθέτει την κινητήριο δύναμή της στο εσωτερικό της και γίνεται αυτοσκοπός (εργασία για την αυτο-ανάπτυξη του ίδιου του ανθρώπου κλπ), εξέλιξη που ανάγεται στον ορίζοντα του κομμουνισμού. Η εργασία, πραγματοποιώντας φυσικές προδιαθέσεις του ανθρώπου, δεν είναι απλώς μια κάλυψη βιολογικών αναγκών, αλλά και μια ενεργοποίηση κλίσεων και ενδιαφερόντων και μια τελειοποίηση ιδιοτήτων και ικανοτήτων (και με αισθητικά αποτελέσματα, κάλλος, καλαισθησία κλπ). Αυτό το βλέπουμε κυρίως σε μορφές εργασιακής δραστηριότητας στις οποίες η δημιουργικότητα της ίδιας της διαδικασίας επισκιάζει το εξωτερικό κίνητρο και δίνει μια αυτοκίνηση στην ανανέωση της εργασιακής δραστηριότητας (βλ. πχ έρευνα).
Η ποιότητα της εργασίας υποσκελίζεται την ποσότητα (των παραγόμενων προιόντων), όσο η εργασία ωριμάζει, με βάση όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Η εργασία ως μέσο για έναν εξωτερικό σκοπό (ζωτική αναπαραγωγή) και η εργασία ως ανάγκη και αυτοσκοπός βρίσκονται σε αντίφαση (η εργασία ως αυτοσκοπός πρέπει να ειδωθεί ευρύτερα, με την έννοια μιας δραστηριότητας που τροποποιεί/τελειοποιεί μορφολογικά και λειτουργικά την ίδια την εργασιακή διαδικασία και το ίδιο το υποκείμενο της εργασίας. Άρα, δεν πρόκειται για ''εργασία'' όπως το εννοούμε σήμερα, άλλα μάλλον για ''επενεργητική δραστηριότητα''). Πάντως, και στην εργασία ως αυτοσκοπό διατηρείται η εργασία ως μέσο (της ζωτικής αναπαραγωγής), σαν υπηγμένη στιγμή. Διαλεκτική αναγκαιότητας (το ζωτικό-βιολογικό-φυσικό) ελευθερίας (το κοινωνικό, αυτοθεσμίζον-αυτοπροσδιοριζόμενο).
Η εργασία εμφανίζεται κυρίαρχα ως ποσοτική, και λιγότερο ποιοτική μεταβολή, όταν λειτουργεί ως μέσο, και το αντίστροφο, όπως ειπώθηκε, όταν λειτουργεί ως αυτοσκοπός.
Όρια στην ποιοτική μεταβολή της εργασίας είναι οι πεπερασμένες βιολογικές δυνατότητες του ατόμου και του γένους καθώς και ο πεπερασμένος χρόνος ζωής τους. Επίσης, το πεπερασμένο των φυσικών υλικών. Τα όρια όμως αυτά είναι σχετικά και επιδέχονται υπέρβαση. Άρα είναι εξωτερικά όρια.
Εσωτερικό όριο της ποιοτικής μεταβολής της εργασιακής δραστηριότητας είναι αυτό που τίθεται από την ίδια την εργασιακή διαδικασία μέσω της διεξαγωγής της.
Όσο ωριμάζει η εργασία, καθώς όλο και περισσότερο τα συστατικά της μέρη είναι δημιουργημένα-τεχνητά, όλο και περισσότερο η παρούσα εργασία εξαρτάται από την παρελθούσα εργασία (που ενσωματώνουν τα συστατικά της εργασίας, το μέσο, το αντικείμενο και το υποκείμενο της εργασίας, το τελευταίο με τη μορφή της συσσωρευμένης επιδεξιότητας, όπως λέει ο Μάρξ στα Grundrisse).
''Ωρίμανση εργασίας-διαμελισμός, εσωτερική διαφοροποίηση παράλληλα με την όλο και στενότερη σύνδεση των όρων-συστατικών στοιχείων της εργασίας-ολοένα και πιο αρθρωτή διάταξή τους. Η βαθιά αμοιβαία συνάφεια κλπ πραγματοποιείται μέσω του αντίποδά της, του όλο και μεγαλύτερου διαμελισμού''. Μεταφέρω το απόσπασμα αυτό από πιο πάνω.
Η διαφοροποίηση των συστατικών στοιχείων της εργασίας και η αύξουσα σχετική τους αυτοτέλεια, παρ'ότι συνοδεύεται από μια αμοιβαία ενοποίηση, μπορεί να αποβεί καταστροφική για την εργασία. Αν η αυτοτέλεια αυτή των συστατικών στοιχείων ξεπεράσει ένα όριο, τότε η ενότητα θα διαρραγεί. Έτσι βλέπουμε τάσεις αυτοαναίρεσης της εργασίας στην ωριμότητα της εργασίας στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, την εξώθηση του υποκειμένου της εργασίας εκτός εργασιακής δραστηριότητας και την αντικατάστασή του από τις μηχανές (αυτοματοποίηση). Η αυτοματοποίηση συνιστά εσωτερικό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (βλ και στο κλάσμα Υ/Μ, ότι ο εκμηδενισμός των μισθών άρα της ζωντανής εργασίας θα κατέστρεφε την διαδικασία άντλησης υπεραξίας).
Η ανάπτυξη της εργασιακής διαδικασίας οδηγεί στην κοινωνική διαμεσολάβηση τόσο του φυσικού περιβάλλοντος (δεν υπάρχει γωνιά του πλανήτη πλέον που να έχει μείνει ανεπηρέαστη από τις κοινωνικές-τεχνολογικές αλλαγές), όσο και των φυσικών σχέσεων (έμφυλες, δεσμοί αίματος κλπ) και του ίδιου του ανθρώπου. Όλα τα συστατικά της εργασίας πλέον είναι τα ίδια ''επεξεργασμένα''. δημιουργημένα, κοινωνικά διαμεσολαβημένα.
Ο εσωτερικός διαμελισμός της εργασιακής δραστηριότητας απολήγει και στον εσωτερικό καταμερισμό των επιμέρους εργασιών. Ο εσωτερικός καταμερισμός εξαρτάται όλο και λιγότερο από εξωτερικούς, σε σχέση με την καθεαυτή εργασιακή δραστηριότητα, λόγους, όπως λ.χ οι φυσικοί δεσμοί. Αυτός ο μετασχηματισμός μέσω του καταμερισμού εργασίας μας επιτρέπει, για πρώτη φορά, να εξετάσουμε τις ουσιαστικές αλληλοσυνδέσεις-σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ως τέτοιων και όχι απλώς ως σχέσεις μεταξύ έμβιων όντων.
Αν απλούστερη σχέση είναι η αλλελεπίδραση των ανθρώπων ως έμβιων όντων (και με το περιβάλλον), τότε εντός της εργασιακής δραστηριότητας οι ανθρώπινες σχέσεις στην απλούστερη μορφή τους είναι σχέσεις που συνάπτονται για την ικανοποίηση ζωτικών (βιοτικών) αναγκών. θεωρούμενη από την άποψη του προιόντος η εργασία προβάλλει ως παραγωγή. Το υποκείμενο της εργασίας ως παραγωγός. Μέσα και αντικείμενο εργασίας (δλδ και οι πρώτες ύλες) ως ''μέσα παραγωγής''. Το αποτέλεσμα της εργασίας προιόν της παραγωγής, η όλη διαδικασια παραγωγή. Ο σκοπός της εργασίας σκοπός της παραγωγής. Ο Βαζιούλιν σημειώνει πως, καθώς επί κεφαλαιοκρατίας τα προιόντα της εργασίας κυριαρχούν επί των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των παραγωγών (ο καπιταλιστής ''απο-προσωποποιείται''), στην κεφαλαιοκρατία η εργασιακή δραστηριότητα προβάλλει ως η κατεξοχήν παραγωγή (Τρόπος Παραγωγής). Αντίστοιχα, προβάλλουν σε πρώτα πλάνο οι σχέσεις παραγωγής, ο παραγωγικές δυνάμεις κλπ. Η παρατήρηση αυτή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι παραγωγή, κατά κυριολεξία, υπάρχει ΜΟΝΟ στον καπιταλισμό, όπως και σχέσεις παραγωγής κλπ. Για αυτό χρειάζεται μια ιδιαίτερη προσοχή όταν εξετάζουμε τον οικονομικό παράγοντα (''παραγωγή'') σε προηγούμενες κοινωνίες, τις οποίες κοιτούμε αναδρομικά υπό το πρίσμα της κεφαλαιοκρατίας.
Η φύση δεν είναι απλώς κάτι το παθητικό, μια ''κυριαρχούμενη ουσία'' στην οποία επιβάλλεται ο άνθρωπος, αλλά αλλεπιδρά μαζί του. Η φύση είναι ένας σχετικά αυτοτελής παράγοντας της εργασιακής δραστηριότητας η θέση και ο ρόλος του οποίου αλλάζει ανάλογα με την ιστορική φάση ανάπτυξης στην οποία βρισκόμαστε.
Ο άνθρωπος είναι προιόν της φύσης. Αυτό σημαίνει ότι για την πρωταρχική εμφάνιση του ανθρώπου, κυρίαρχο/καθοριστικό στοιχεία ήταν η επενέργεια της Φύσης πάνω στο ζώο που ήταν ο πρόγονος του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος ανέκυψε, κυρίαρχο στοιχείο για την ανάπτυξή του ήταν η επενέργεια του ανθρώπου στη Φύση (περίοδος ''διαμόρφωσης''), και υπαγόμενο η Φύση.
Από την άποψη του προιόντος-του αποτελέσματος της παραγωγής, η συμμετοχή του ανθρώπου και της Φύσης σε αυτήν προβάλλουν ως παραγωγικές δυνάμεις. Και οι δύο συνιστούν παραγωγικές δυνάμεις μόνο εντός της παραγωγικής διαδικασίας.
Άνθρωπος εσωτερικά ενιαιός, εντός της παραγωγής, με τη Φύση (φυσικοί όροι και αντικείμενα της εργασίας). Είναι ο ενεργητικός πόλος, έναντι του παθητικού, που είναι η Φύση. Μορφή-ύλη (περιεχόμενο). Η ενεργητική πλευρά, λέει ο Χέγκελ στην διδασκαλία περί της Ουσίας, είναι η μορφή (μορφικοί προσδιορισμοί). Αναφέρθηκε και προηγουμένως.
Το αντικείμενο της εργασίας ανήκει επίσης στις παραγωγικές δυνάμεις. Η άποψη που θέλει το αντικείμενο της εργασίας εκτός παραγωγικών δυνάμεων, εκκινεί από την εσφαλμένη αντίληψη ότι η Φύση είναι παθητικό κυριαρχούμενο από τον παραγωγό και δεν αλληλεπιδρά στη διαδικασία. Το ίδιο όμως το αντίκειμενο της εργασίας, εκ της δομής του (υλική σύσταση κλπ), επιδρά στην παραγωγική δραστηριότητα (και την συγκαθορίζει).
Ο καταμερισμός της εργασίας συνιστά παραγωγική δύναμη (βλέπε πχ διαφορά απλής και ανεπτυγμένης συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων κατά την παραγωγή).
Η Φύση δεν προβάλλει μόνο αρνητικά, ως κατι που πρέπει να μετασχηματιστεί, αλλά και θετικά (κριτική στις απόψεις που θέλουν τη Φύση κυριαρχούμενο παθητικό από τον άνθρωπο). Θετικά προβάλλει η Φύση όταν οι φυσικές δυνάμεις αρχίζουν να χρησιμοποιούνται εντατικά και εκτεταμένα από τον άνθρωπο. Εκεί αναδεικνύεται ως ζωτικής σημασίας παράγοντας ο οποίος πρέπει να έχει καταφατική ύπαρξη (πρόνοια για το φυσικό περιβάλλον, ''αειφόρος'' ανάπτυξη κλπ).
Από την ανάποδη, η εργασία δεν προβάλλει μόνο καταφατικά (αφού η φύση δεν προβάλλει μόνο αρνητικά), αλλά και αρνητικά (αφού η Φύση προβάλλει καταφατικά). Επίσης η εργασία προβάλλει αρνητικά όχι μόνο σε σχέση με τη Φύση από την οποία εξαρτάται (ισχύει και το αντίστροφο), αλλά και σε σχέση με τις ''σχέσεις παραγωγής'' οι οποίες την προσδιορίζουν (διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων=τρόπος παραγωγή).
Αν ληφθεί υπόψη η Φύση θετικά και όχι απλώς αρνητικά, τότε προβάλλει ως σχετικά αυτοτελής παράγοντας-συμμέτοχος της εργασιακής διαδικασίας, συνεπώς η παραγωγή προβάλλει ως αντικειμενική διαδικασία και σχετικά ανεξάρτητη από τη βούληση των παραγωγών (και τη σκοποθεσία καθεαυτή).
Ο καταμερισμός της εργασίας ως παραγωγική δύναμη (συνένωση των ανθρώπων-παραγωγικών δυνάμεων)->μετάβαση στις εργασιακές (παραγωγικές) σχέσεις.
Η συνένωση των ανθρώπων στην παραγωγή που να υπαγορεύεται από εξωτερική αναγκαιότητα (όταν οι απαιτήσεις της εργασίας υπερβαίνουν τις δυνατότητες ενός ανθρώπου)-(εξωτερικός κοινωνικός χαρακτήρας).
Ο καταμερισμός διαρθρώνεται και από εσωτερική αναγκαιότητα-εσωτερικός κοινωνικός χαρακτήρας ή καθεαυτό κοινωνικός χαρακτήρας. Από την ανάλυση της παραγωγής (εργασίας) στις σχέσεις των ανθρώπων εντός αυτής, η μετάβαση αυτή πραγματοποιείται μέσω του ''κοινωνικού χαρακτήρα'' της εργασίας.
Η παραγωγή στην απλούστατη περίπτωση/έκφρασή της διεξάγεται χάριν της συντήρησης της βιολογικής ύπαρξης των ατόμων και του γένους. Για αυτό και στην ''επιφάνεια''/''είναι'' οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων συνάπτονται χάριν των αποτελεσμάτων της εργασίας, τα οποία λειτουργούν ως αντικείμενα κατανάλωσης (σημείωση δικιά μου: υπό αυτήν την έννοια, βλέπουμε μια ευρύτερη ιστορικο-διαλεκτική δικαιολόγηση του γιατί ο Μάρξ ξεκινά από το εμπόρευμα και την αξία χρήσης, δικαιολόγηση που υπερβαίνει τις δυνατότητες της δικής του θεώρησης και μπορεί να διατυπωθεί μόνο υπό το πρίσμα της Λογικής της Ιστορίας).
H πλέον επιφανειακή έκφραση λοιπόν των σχέσεων παραγωγής είναι οι σχέσεις των ανθρώπων που συνάπτονται εξ αιτίας των προιόντων/αποτελεσμάτων της παραγωγής, που λειτουργούν ως αντικείμενα προς κατανάλωση. Οι ίδιες όμως οι σχέσεις των ανθρώπων αναφορικά με τα αποτελέσματα-προιόντα της παραγωγής, είναι σχέσεις διανομής των προιόντων. Στην Εισαγωγή των Grundrisse (εισαγωγή του 1857), όπου ο Κ.Μάρξ μελετά την ταυτότητα (με διαφορά των όρων), παραγωγής-διανομής-ανταλλαγής-κατανάλωσης, επισημαίνει πως η διανομή δεν είναι μόνο διανομή των προιόντων της εργασίας, αλλά πρώτα από όλα διανομή των εργαλείων (μέσων) παραγωγής, και διανομή των μελών της κοινωνίας ανάμεσα στα διάφορα είδη παραγωγής (στον καταμερισμός της εργασίας, με την υπαγωγή των ατόμων σε καθορισμένων σχέσεις παραγωγής). Η διανομή των προιόντων είναι αποτέλεσμα της παραπάνω προγενέστερης, διφυούς διανομής. Η παραγωγή, σε ιστορικο-λογικό επίπεδο, έχει όρους πάνω στους οποίους θεμελιώνεται (πρωταρχικές διανομές βάσεις των σχέσεων φυλής, συγγένειας, εθίμων-γλώσσας κλπ), αλλά μετασχηματίζει τους όρους αυτούς σε ιστορικές, από ''φυσικές'', σχέσεις-προυποθέσεις. Η διανομή, λέει ο Μάρξ, εξαρτάται από την παραγωγή. Η παραγωγή είναι δεσπόζουσα στιγμή στο κύκλωμα παραγωγής, διανομής, ανταλλαγής, κατανάλωσης. Εξωτερικό ''στρώμα'' της διανομής είναι η διανομή των προιόντων της παραγωγής, εσωτερικό ''στρώμα'' η κατανομή των ανθρώπων στα διάφορα είδη παραγωγής (καταμερισμός εργασίας) και η διανομή των μέσων παραγωγής. Το πρώτο όμως στρώμα δεν ανάγεται στο δεύτερο, αλλά αντεπιδρά. Οι τροπικότητες αυτής της αλληλεπίδρασης είναι ζήτημα ιστορικά συγκεκριμένο. (η σχέση παραγωγής-διανομής δεν είναι σχέση αιτίου-αποτελέσματος, αλλά σχέση διαλεκτικής ταυτότητας με κυρίαρχο όρο την παραγωγή).
Σε τελευταία ανάλυση σκοπός της παραγωγης είναι η κατανάλωση. Όπως και αν σχετίζονται οι άνθρωποι είτε στον καταμερισμό εργασίας μέσα σε ένα είδος παραγωγής, είτε στα είδη παραγωγής, είτε προς τα αποτελέσματα της παραγωγής, στην άκρη αυτής της πολλαπλής διαμεσολάβησης καταλήγουμε πως οι άνθρωποι σχετίζονται προς αλλήλους στην παραγωγή χάριν της κατανάλωσης.
Διανομή είναι η διανομή προιόντων, σφαιρών (ειδών) και μέσων παραγωγής, τελικά διανομή σημαίνει κατανομή/κατα-μερισμός. Ο Μάρξ στην Εισαγωγή των Grundrisse λέει (πρώτος τόμος, εισαγωγή), πως η ταυτότητα παραγωγή-διανομή-ανταλλαγή-κατανάλωση έχει τη δομή ενός συλλογισμού. Γενικό η παραγωγή, που μερικεύεται στη διανομή και την ανταλλαγή (οι δύο αυτοί όροι είναι οι μέσοι όροι), ενώ η κατανάλωση είναι το ειδικό. Διανομή και ανταλλαγή υπάρχουν ως διακριτοί όροι μόνο στον ΚΤΠ. Η μερίκευση και πολλαπλή διαμεσολάβηση παραγωγής και κατανάλωσης, που είναι οι λογικά αναγκαίοι όροι (εσωτερικά αντιφατικοί και ενιαίοι, βλέπε παραπάνω), αυτή η μερίκευση (κατανέμονται και ανταλλάσσονται υλικά ''μερίδια'' της παραγωγής) και πολλαπλή διαμεσολάβηση απειλεί να διαρρήξει την ενότητα όλων των όρων, αφού οι δύο ακραίοι (παραγωγή, κατανάλωση), ''απομακρύνονται''. Βλ. σήμερα κρισιακά φαινόμενα με τη μεσολάβηση στη διανομή και την ανταλλαγή (κατ'επέκταση και στην παραγωγή και στην κατανάλωση), της χρηματιστικής και χρηματοπιστωτικής σφαίρας.
Μάλλον η κατανάλωση, ως ειδικό, είναι η επιφάνεια (Είναι, προσδιορισμένο, απλούστερη σχέση), αρχή και επαναφορά της λογικής μελέτης. Η παραγωγή είναι η ''ουσία'', διανομή και ανταλλαγή είναι διαμεσολαβήσεις που γίνονται από την ''ουσία'' στο ''φαινόμενο'' και την πραγματικότητα, ώστε να επανακτηθεί νοητικά το αφετηριακό σημείο, η κατανάλωση, τώρα πια όμως μέσα από το πρίσμα της ουσίας και του φαινομένου, δηλαδή ως απλούστερη σχέση ενός σύνθετου περιπεπλεγμένου όλου. Πραγματικότητα=ιστορική και λογική ενότητα όλων των όρων. Η αυτοκίνηση προκύπτει από την παραγωγή, για αυτό και εκείνη είναι το δεσπόζον στοιχείο. Δεν έχουμε απλώς και μόνο αλληλεπιδράσεις όλων των όρων (το να μέναμε σε αυτό θα ήταν μια χαώδης αντίληψη), αλλά έχουμε ως κινητήριο δύναμη την καθεαυτό παραγωγή, συνεπώς στις ροές αιτιών και αποτελεσμάτων μεταξύ των όρων, η παραγωγή ασκεί ισχυρότερους καθορισμούς στην διανομή, την ανταλλαγή, και την κατανάλωση (λαμβάνοντας υπόψη την αλληλοείσδυση των όρων, πχ μεταξύ παραγωγής-κατανάλωσης και παραγωγής-διανομής, που ήδη έχουμε δει).
''Διανομή είναι η περιγραφή των χαρακτηριστικών του καταμερισμού προιόντων, σφαιρών και μέσων παραγωγής μεταξύ ανθρώπων, ως ήδη διαθέσιμων (παρηγμένων), περιγραφή από την άποψη του τί καταμερίζεται.
Ιδιοποίηση: διαδικασία στην πορεία της οποίας εδραιώνεται η εκ των πραγμάτων δυνατότητα/ικανότητα του ανθρώπου να διαχειρίζεται κατά το δοκούν μερίδιο των προιόντων και μέσων παραγωγής που του έχουν διανεμηθεί, για να διεξάγει εργασία.
Ιδιοκτησία. Η εκ των πραγμάτων κυριότητα (εδραιωμένη στην προηγούμενη δυνατότητα που έχει ήδη διανοιχθεί) επί του μεριδίου των αντικειμένων, των μέσων παραγωγής κλπ και η εξουσία ένταξης των παραπάνω στοιχείων στις σφαίρες της παραγωγής. Με άλλα λόγια, ιδιοκτησία=διάθεση των αντικειμένων, των μέσων παραγωγής και της εργασίας (ιδίας ή αλλότριας[ξένης]).
Η διανομή υπό ευρεία έννοια βρίσκεται σε ταυτότητα με την ιδιοκτησία (ως διάθεση, υπό ευρεία έννοια). Απλώς η πρώτη περιγράφει από την άποψη του τί, ενώ η δεύτερη από την άποψη του ότι οι άνθρωποι διαθέτουν κάτι ως δικό τους. Η ιδιοποίηση, ως εδραίωση της δυνατότητας για ιδιοκτησιακή κατοχύρωση, προηγείται λογικά της ιδιοκτησίας.
Μπορεί κάποιος να διανέμει ή να ιδιοποιηθεί (οικειοποιηθεί) κάτι σε έτοιμη μορφή από τη Φύση. Αυτό ναι μεν θα απορρέει και θα συνιστά ''σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων'', ωστόσο τέτοιες διαδικασίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ''παραγωγικές σχέσεις''. Η οικειοποίηση αναλώσιμων αντικειμένων σε έτοιμη μορφή συνιστά μία ''εξ υφαρπαγής'' σχέση κατανάλωσης. Τα αντικείμενα αυτά καταμερίζονται με βάση κάποιες ανθρώπινες, κοινωνικές σχέσεις της κοινότητας, όμως, εφόσον δεν είναι τα ίδια παρηγμένα, αυτή η κατανομή δεν αποτελεί σχέση παραγωγής. Στην περίπτωση όμως που το αναλώσιμο αντικείμενο, εξασφαλισμένο σε έτοιμη μορφή από τη Φύση, εντάσσεται στην παραγωγική διαδικασία υπό οποιαδήποτε ιδιότητα συστατικού στοιχείου (μέσου παραγωγής, πρώτης ύλης κλπ), τότε συνιστά σχέση παραγωγής. Στην περίπτωση που τα θεμελιώδη συστατικά στοιχεία της εργασίας, ο άνθρωπος, το μέσο και το αντικείμενο της εργασίας δεν έχουν μετασχηματιστεί από την ίδια την εργασιακή διαδικασία, οι σχέσεις παραγωγής δεν είναι τέτοιες κατα κυριολεξία, η διανομή, η ιδιοποίηση και η ιδιοκτησία δεν έχουν μορφοποιηθεί καθ'όλα τα στοιχεία της έννοιάς τους, δεν συνιστούν διαμορφωμένες σχέσεις παραγωγής.
Επομένως, μπορούμε να σημειώσουμε ότι, υπό ένα ''συνεπές'' σκεπτικό, οι προκαπιταλιστικές κοινωνίες (και αυτό εντείνεται όσο προχωράμε προς τα πίσω), δεν έχουν ''σχέσεις παραγωγής'', άρα ούτε και ''παραγωγικές δυνάμεις'' με τη στενή έννοια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διακρίνουμε διαδικασίες και παγιώσεις διανομής, ιδιοποίησης και ιδιοκτησίας (η ανταλλαγή με την κεφαλαιοκρατική έννοια αναφαίνεται αργότερα). Έτσι απαντάται και η κριτική, εύλογη σε μεγάλο βαθμό, πολλών διανοητών στον ιστορικό υλισμό, ότι στριμώχνει στο καλούπι μιας έννοιας ''σχέσεων παραγωγής'', εξηγμένης από τον ΚΤΠ, όλες τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, καταλήγοντας σε φοβερές μονομέρειες και αποστεωμένα σχήματα στην μελέτη των κοινωνιών αυτών. Βέβαια, και ο Μάρξ, μολονότι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του ιστορικού υλισμού και την εμβάθυνση στην ιστορικο-λογική/διαλεκτική εξέταση των κοινωνιών, εν τούτοις προσέφερε φοβερά δείγματα (βλ στις ''μορφές που προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, Grundrisse, τόμος 2,πχ στην αρχαία Αθήνα την θεώρηση της πολιτικής ιδιότητας ως θεμελιώδους, ανήκουσας στην ''βάση'', αφού το οικονομικό στοιχείο βρίσκεται σε άμεση σύσταση με αυτή).
Οι σχέσεις παραγωγής οφείλουν, σε τελευταία ανάλυση, να παρέχουν τις μέγιστες δυνατότητες για την ανάπτυξη της παραγωγικής σχέσης προς τη φύση (τί είναι το ''οφείλουν'' στον Βαζιούλιν? Τί σχέση έχει με την ηθική και λοιπά αξιολογικά στοιχεία?).
Οι σχέσεις παραγωγής μπορούν να παρέχουν ποικίλες δυνατότητες για τον μετασχηματισμό της Φύσης και την παραγωγή καταναλώσιμων προιόντων. Η διανομή συνιστά διανομή προιόντων της παραγωγής μεταξύ των ανθρώπων, ενώ η διανομή από την άποψη των ανθρώπων στους οποιούς κατανέμονται τα προιόντα, συνιστά ιδιοποίηση αυτών των προιόντων. Η ολοκλήρωση της ιδιοποίησης είναι η κατανάλωσή τους (στον ΚΤΠ, ένα εμπόρευμα είναι ολοκληρωτικά εμπόρευμα όταν τελικά καταναλώνεται ως αξία χρήσης. Ένα πουκάμισο είναι πουκάμισο όταν φοριέται, ο Μάρξ στο Κεφάλαιο δίνει και άλλα παραδείγματα).
Η κατανάλωση είναι το ''ωθούν αίτιο'' της παραγωγής, όμως επειδή η πραγμάτωση αυτού του σκοπού διεκπεραιώνεται εντός της παραγωγικής διαδικασίας, η καθεαυτό παραγωγή συνιστά την ''κυρίαρχη στιγμή'' των παραγωγικών σχέσεων. Η διανομή των συστατικών στοιχείων της παραγωγικής διαδικασίας συνιστά το βαθύτερο ''υπόστρωμα'' (να αναλογιστώ την σημασία του όρου, ως δομιστική αναπαράσταση, έναντι της ''ουσίας'') των σχέσεων παραγωγής (πώς αυτή η διανομή είναι το κανονιστικό στοιχείο σε μια σοσιαλιστική επανάσταση, όπου το επαναστατικό υποκείμενο ανα-διανέμει απαλλοτριώνοντας τους, τους όρους παραγωγής. Εδώ βλέπουμε έναν καθορισμό από τον συνειδητό παράγοντα. Αλλά αυτή η συνειδητή διανομή των όρων παραγωγής κάθετα και ολοκληρωτικά γίνεται μόνο με την άρση του ΚΤΠ. Οι άλλες φάσεις είναι διαφορετικές, γτ αφορούν μεταβάσεις από τη μία ταξική κοινωνία στην άλλη).
Η παραγωγή ως παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη φύση συνιστά ταυτόχρονα διανομή (όρων και αποτελεσμάτων της παραγωγής), ιδιοποίηση (διαδικασία μετασχηματισμού και ιδιοποίησης της Φύσης) και κατανάλωση (των ιδιοποιημένων).
Η παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση, αποτελεί, με την διάνοιξη ενός φάσματος δυνατοτήτων, την έδρα των παραγωγικών σχέσεων, που υλοποιούν, με ένα συγκεκριμένο καταμερισμό εργασίας, αυτές τις δυνατότητες. Ακριβώς αυτός ο καταμερισμός δεν είναι αυθαίρετος, έχει έναν ''σκληρό πυρήνα'' ο οποίος καθορίζεται, ως ''τεχνική αναγκαιότητα'' από τον χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων (πχ κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής, ως τεχνική αναγκαιότητα της τυπικής και πολύ περισσότερο της πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας και των ανθρώπων στο Κεφάλαιο).
Οι σχέσεις παραγωγής συνιστούν αναγκαιότητα, εφόσον η διαδικασία ανταλλαγής ύλης ανθρώπων και φύσης δεν μπορεί να διεξάγεται εκτός αυτής της σχέσης-συνένωσης των ανθρώπων κατά την παραγωγή. (εξωτερική κοινωνική αναγκαιότητα, όπως είδαμε).
Μια σημείωση. Τις διαθέσιμες δυνατότητες υλοποιούν οι σχέσεις παραγωγής. Οι δυνατότητες αυτές ανοίγονται από την παραγωγή ιδωμένη ως παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση. Σε αυτή τη σχέση, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν ήδη οι σχέσεις παραγωγής. Το θέμα είναι το από ποιά άποψη εξετάζω (ποιά η κυρίαρχη πλευρά της οπτικής, αφού οι όροι βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση και ενότητα). Ομοίως, οι σχέσεις παραγωγής υλοποιούν τις δυνατότητες, σε ενότητα με τις παραγωγικές δυνάμεις. Εξετάζω όμως από την άποψή τους ποιές δυνατότητες υλοποιεί η ιστορικά συγκεκριμένη παραγωγή, ως ενότητα και εντίθεση σχέσεων-δυνάμεων.
Από όλα τα συστατικά της εργασίας ασκείται πίεση για την διαμόρφωση των μεν ή των δε παραγωγικών σχέσεων (για να περάσουν από το επίπεδο της δυνατότητας σε αυτό της πραγματικότητας). Αφού στην παραγωγή ο άνθρωπος είναι ο ισχυρός πόλος, έναντι στης Φύσης, στην παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση, ανοίγονται δυνατότητες, την υλοποίηση των οποίως από τις σχέσεις παραγωγής πιέζει κυρίαρχα, ως αποφασιστικό στοιχείο, όχι η Φύση το περιβάλλον κλπ, αλλά ο άνθρωπος ως παραγωγός και όσα τεχνητά δημιουργεί (μέσα παραγωγής κλπ).
Να δω λίγο αυτή τη διατύπωση: ''η εργασία μόλις ανακύπτει, διαμορφώνεται, αν και ήδη συνιστά τον άγοντα (κατευθυντήριο) παράγοντα της ιδιότυπα ανθρώπινης ανάπτυξης, ακόμα δεν κυριαρχεί...παρά το γεγονός ότι η επενέργεια του ανθρώπου στη φύση έγινε άγουσα εν συγκρίσει με την επίδραση της φύσης στον άνθρωπο, εκείνο που κυριαρχεί εδώ είναι η επίδραση της φύσης στον άνθρωπο''(Βαζιούλιν, σελ 210 της Λογικής της Ιστορίας). Όπως φαίνεται πιο κάτω, εννοεί πως ο άνθρωπος εξαρτάται από την εύρεση αντικειμένων από τη Φύση σε έτοιμη μορφή και την επεξεργασία τους (μάλλον επδ δεν υπάρχει ''αφθονία'' σε προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, άρα υπάρχει αυξημένη ''αναγκαιότητα'' επιβαλλόμενη από τη Φύση στους ανθρώπους)-Ο Βαζιούλιν αναφέρει ενδεικτικά την εποχή του λίθου, του χαλκού κλπ, ότι δλδ οι εποχές κατά τις οποίες διαμορφώνεταιη εργασιακή διαδικασία διακρίνονται βάσει του βαθμού επεξεργασίας του αντικειμένου της εργασίας, του υλικού της φύσης που υφίσταται επεξεργασία.
Ο καταμερισμός εργασίας συνιστά σχέση παραγωγής ως κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, δηλαδή ως μέρους του όλου. Πριν αναπτυχθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας (στην κεφαλαιοκρατία), στην διαλεκτική μέρους-όλου, ο τονισμός πρέπει να πέσει στο μέρος. Όσο περισσότερο το μέρος ''ολοποιείται'', τόσο περισσότερο ο καταμερισμός εργασίας συνιστά σχέση παραγωγής, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η συνοχή του (ως καταμερισμός εντός της παραγωγής), με τη διανομή και την ιδιοποίηση. Άρα, ο καταμερισμός όλο και περισότερο, στην ιστορική ανάπτυξη, αποτελεί μέρους του όλου, γιγαντώνται, εκτείνεται και εκτείνεται με αποκορύφωμα την κεφαλαιοκρατία. Η αύξουσα αυτή συνάρθρωσή του με τη διανομή και την ιδιοποίηση, εντείνει την συνεκτικότητα και την αλληλεπιδραστικότητα όλων αυτών των στοιχείων. Κάθε εργασία και κάθε στιγμή των παραγωγικών σχέσεων γίνεται όλο και περισσότερο κομμάτι της συνολικής, κοινωνικής εργασίας.
Εντός του καταμερισμού εργασίας, η αντίθεση διανοητικής-φυσικής εργασίας, σκοποθετούσας και εκτελεστικής (πραγμάτωση των σκοπών), είναι αποφασιστική για τη δημιουργία ομάδων και τάξεων(σ.σ εδώ δεν διακρίνουμε, αν και θα έπρεπε, διανοητική-πνευματική με διευθυντική εργασία, όπως και χειρωνακτική με εκτελεστική. Τα είδη αυτά δεν ταυτίζονται). Η πρώτη, η σκοποθετούσα, αφορά το όλον της παραγωγικής δραστηριότητας, αφού συνέχει τα συστατικά της μέρη και κατευθύνει την παραγωγή προς την πραγμάτωση ενός ορισμένου αποτελέσματος, ενώ η εκτελεστική εργασία, αφορά τα μέρη, την διαχείρηση επιμέρους τμημάτων της παραγωγικής δραστηριότητας. Η σκοποθεσία έχει μια ολιστική, πανεποπτική διάσταση, ενώ η εκτελεστική εργασία μια αποσπασματική, θραυσματική, μερική.
Η σκοποθετούσα εργασία, συνενώνοντας τα στοιχεία της παραγωγής και κατευθύνοντας τις επιμέρους πράξεις-τμήματά της, οργανώνει την εργασιακή διαδικασία. Η οργανωτική αυτή διάσταση είναι αυτό που ειπώθηκε ως συναφές με το ''όλον'', ενώ η πραγμάτωση-εκτέλεση των επιμέρους θεμένων από την σκοποθεσία πράξεων, αυτό που ειπώθηκε ως ''μερικότητα''-''αποσπασματικότητα''. Είναι ενδιαφέρουσα η αντίφαση που συμπυκνώνεται στον ρόλο του κεφαλαιοκράτη. Σκοποθετούσα δραστηριότητα μέσα στο εργοστάσιο (δουλειά π σήμερα αναλαμβάνει ο manager), άρα συνένωση επιμέρους παραγωγικών πράξεων και κατεύθυνσή τους προς τον σκοπό της παραγωγής, με τις πράξεις αυτές να παγματώνονται από τους εργαζομένους-εκτελεστές. Ο κεφαλαιοκράτης διευθύνει το όλον, οι εργαζόμενοι προσκολλώνται στην υλοποίηση των μερών του όλου. Ωστόσο, ο κεφαλαιοκράτης και η παραγωγική του μονάδα αποτελούν ένα μέρος των όλου των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Στην πραγματικότητα, η ''τελολογία'' της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι η ''σκοποθετούσα'', και μέρη-εκτελεστές οι επιμέρους κεφαλαιοκράτες. Αυτήν την εγελιανή ανάγνωση έρχεται να σπάσει η πάλη των τάξεων, το πολιτικό πεδίο, το αστάθμητο των κεφαλαιοκρατικών υπολογισμών (είναι αδύνατη η γνώση του όλου επομένως και η ανταπόκριση του κάθε μέλους), οι ενδοαστικές αντιθέσεις, και πολλά πολλά άλλα. Στον ορίζοντα του κομμουνισμού ανάγεται η σκοποθεσία του κοινωνικού μεταβολισμού ανθρώπων-Φύσης ως διαδικασία που αναλαμβάνουν οι άνθρωποι, δίχως τάξεις.
Η διαφορά σκοποθεσίας-πραγμάτωσης ως διαφορά ειδών εργασίας, καθιστά φανερό το γεγονός της υπεροχής των πρώτων έναντι των δεύτερων. Οι άνθρωποι (συγκροτούμενοι, λόγο της θέσης στον καταμερισμό εργασίας, ως σχετικά διακρική ομάδα) της διανοητικής-σκοποθετούσας εργασίας διαδραματίζουν τον σημαίνοντα, αποφασιστικό ρόλο στις σχέσεις παραγωγής, έναντι των δεύτερων.
Ο χαρακτήρας των εμπράγματων συστατικών στοιχείων της εργασίας είναι ο τρόπος με τον οποίο ενεργοποιούνται τα συστατικά στοιχεία της εργασίας. Το ένα ή το άλλο εμπράγματο στοιχείο μπορεί να ενεργοποιηθεί από ένα άτομο, ομάδα ή από όλη την κοινωνία.
Ο χαρακτήρας της εργασίας καθορίζεται από τον χαρακτήρα εκείνου του εμπράγματου συστατικού στοιχείου της εργασίας, το οποίο διαδραματίζει τον αποφασιστικό (σε σχέση με τον χαρακτήρα άλλου εμπράγματου όρου) ρόλο εντός της εργασιακής διαδικασίας. (πχ στον καπιταλισμό της εποχής του Μάρξ, η μηχανές είναι ο αποφασιστικός εμπράγματος όρος??)
Όταν η επίδραση που ασκεί συνολικά η εργασιακή διαδικασία είναι δυσμενής (συνολικά, είτε ως διαδικασία καθεαυτή, είτε από την άποψη των ελλιπών διανεμόμενων προιόντων της εργασίας κλπ), οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν αυτή τη δυσμενή επίδραση (αλλάζοντας θέση στον καταμερισμό εργασίας κλπ). Αν η μεταβολή της εργασιακής διαδικασίας (σ.σ ή της θέσης σε αυτής) είναι αδύνατη, διεξάγεται πάλη προς αποφυγή αυτής της επίδρασης. Δημιουργούνται σχέσεις έχθρας και ανταγωνισμού μεταξύ των ανθρώπων. Όταν η εργασιακή διαδικασία (και οι εμπράγματοι όροι της) δημιουργεί δυνατότητες για την συλλογική, αλληλέγγυα συμμετοχή των ανθρώπων σε αυτή, είναι εφικτή η παύση αυτού του ανταγωνισμού και της έχθρας, με την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής. Αυτό μπορεί να προκληθεί και από την ελλιπή ικανοποίηση αυτών που δέχονται την μεγαλύτερη δυσμενή επίδραση, λόγω των σχέσεων παραγωγής.
Εφόσον τα προιόντα της παραγωγής επαρκούν ποσοτικώς και ποιοτικώς μόνο για την κατά το ελάχιστο ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών του ανθρώπου, υπάρχει η βάση για τον παραπάνω ανταγωνισμό και πάλη. Εφόσον τα προιόντα της παραγωγής επαρκούν ποιοτικώς και ποσοτικώς για την ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών κατά το βέλτιστο (σ.σ ή βάσει των παραγωγικών δυνατοτήτων, θα μπορούσαν, με αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, να επαρκούν), εκλείπει η βάση για την έχθρα και την πάλη (αυτή βέβαια μπορεί να συνεχίζεται. Αλλά καθίσταται όλο και πιο ''ανορθολογική'', και ''περιττή'').
Η αναγκαιότητα (που δεν σημαίνει το ''αναπόφευκτο''), της μεταβολής των σχέσεων παραγωγής ανακύπτει στον βαθμό που μεταβάλλεται ο χαρακτήρας και το επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγικής σχέσης των ανθρώπων προς τη φύση. Προσοχή. Ο ''χαρακτήρας'' υποδηλώνει ποιοτική μεταβολή, το ''επίπεδο'' ποσοτική. Πολλοί απλώς εμμένουν στο δεύτερο, και ο Μάρξ σε αρκετές διατυπώσεις μοιάζει να δίνει έμφαση στο ποσοτικό. Ωστόσο, ανάπτυξη των παραγωγικών δυναμεων δεν σημαίνει σώρευση τρακτέρ κλπ, αλλά και εντατική, ποιοτική μεταλλαγή του χαρακτήρα των εμπράγματων όρων και του υποκειμένου της εργασίας από την εργασία ως μέσο στην εργασία ως αυτοσκοπό, που δεν είναι παρά, πιστεύω, ''επενεργητική μετασχηματιστική δραστηριότητα'' επί της Φύσεως και του ευαυτού).
Ο χαρακτήρας των μέσων παραγωγής μπορεί να προσδιορίζεται κυρίαρχα από τη Φύση, ή και από την ίδια την εργασία (τεχνητά δημιουργημένα μέσα παραγωγής). Το δεύτερο υποδηλώνει όλο και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση των φυσικών όρων που χρησιμοποιούνται ως μέσα παραγωγής, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά εσωτερικεύονται στο ''καθεαυτό'' κοινωνικό''. Βλ πχ σύγχρονες καλλιέργειες κοινωνικο-τεχνολογικά διαμεσολαβημένες, έναντι των παλιών που ένα αστάθμητο χαλάζι αρκούσε να καταστρέψει τις σοδειές.
Συνδετικός κρίκος παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων είναι οι άνθρωποι. Στην πρώτη περίπτωση σχετίζονται προς αλλήλους, στη δεύτερη με τη Φύση.
Ο άνθρωπος ως παραγωγική δύναμη έχει κάποιες βασικές ιδιότητες.
Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τη γνώση των ιδιοτήτων, των μέσων, των αντικειμένων και των τρόπων της εργασίας. Δια-γνωστική ικανότητα, ικανότητα μάθησης και πρόσκτησης νέων γνώσεων, σκοποθεσίας. Επίσης, τέτοια ιδιότητα είναι η συνείδηση (συνειδέναι), δηλαδή το ''αποτελέσμα και η διαδικασία γνώσης που αποκτά το άτομο για τον εαυτό του εντός της ενότητάς του με τ'άλλα άτομα, με την κοινωνία.
Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει γνώσεις που αποκτώνται στην πράξη και δεξιότητες. Αυτές αποκτώνται με την σώρευση πρακτικών εμπειριών, με την πρακτική διαχείρηση των μέσων και των αντικειμένων της παραγωγής κλπ.
Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τα ελατήρια (ωθούντα αίτια) προς εργασία, τα κίνητρα.
Από την απλούστατη σχέση (κατανάλωση) και την παραγωγική σχέση ανθρώπων-Φύσης, προκύπουν τα κίνητρα: εργασία χάριν ικανοποίησης βιολογικών αναγκών, χάριν της διατήρησης της ζωής του ατόμου, συνένισης του γένους (και της οικογένειας, σχέση γονέων-τέκνων). Η εργασία ως αυτοσκοπός, η εργασία χάριν της τελειοποίησης της ίδιας της εργασιακής δραστηριότητας (έρευνα), προβάλλει εν είδει προαπεικασμάτων, και ανάγεται στον κομμουνιστικό ορίζοντα.
Εντός των παραγωγικών σχέσεων προβάλλουν δύο επιπλέον είδη κινήτρων: εργασία χάριν διαπάλης με άλλους ανθρώπους για την ιδιοποίηση των συστατικών στοιχείων της εργασιακής διαδικασίας και των προιόντων της εργασίας. Εργασία χάριν άλλων ανθρώπων, για την αρωγή προς άλλους ανθώπους.
Οι σχέσεις διαπάλης, κατά την πλέον σταθερή τους έκβαση, δεν οδηγούν στην εξίσωση της ικανοποίησης των αναγκών αλλά στην ανισομερή ικανοποίηση των αναγκών από τους μεν σε βάρος των δε. Η κοινωνία διαιρείται σε δύο βασικές ομάδες, τους ''νικήτές'' και τους ''νικημένους''. Οι ηττημένοι δεν ενδιαφέρονται για την παραγωγική σχέση ανθρώπων προς τη Φύση, παρά μόνο διαμεσολαβημένα από τη σχέση τους με τους νικητές, και το αντίστροφο.
Οι σχέσεις συνεργασίας, αλληλοβοήθειας και εργασίας χάριν των άλλων στον κομμουνιστικό ορίζοντα κλπ (αναίρεση των πιο πάνω).
Η αντίφαση παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων συναντάνται ως τέτοια μόνο στην κεφαλαιοκρατία. Πρόκειται για αναπτυγμένη διάκριση σε διαφορά, αντίθεση, αντίφαση. Επομένως, δεν μετασχηματίζονται μοναχά οι παραγωγικές σχέσεις αφ'εαυτές και οι παραγωγικές δυνάμεις αφ'εαυτές, αλλά και η ίδια η σχέση τους, κατά την ιστορικό-διαλεκτική ανάπτυξη. Η παραγνώριση του γεγονότος αυτού καταλήγει στον ιδεαλισμό μιας πάγιας, αιώνιας στην ανθρωπότητα αντίθεσης σχέσεων-δυνάμεων, ξεχνώντας ότι η σχέση αυτή αφενός ιστορικά ανακύπτει, αφετέρου δυνητικά μπορεί να εκλείψει.
Πχ ο δούλος, κατά τον Μάρξ στις ''μορφές που προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης'', προβάλλει ως εμπράγματος όρος της παραγωγής, και όχι ως απλά άνθρωπος που σχετίζεται προς αλλήλους εντός των παραγωγικών σχέσεων. Η δουλεία μοιάζει ασαφώς τόσο παραγωγική σχέση (σχέση μεταξύ ανθρώπων κατά την παραγωγή), όσο και ως παραγωγική σχέση ανθρώπων με ''Φύση'' (με κάποιον ''φυσικό'', χωρίς ανθρώπινη υποκειμενικότητα, όρο, τον δούλο). Στην πραγματικότητα, η διάκριση αυτή σχέσεων-δυνάμεων που προβάλλουμε στον δούλο, είναι προεκβολή από την κεφαλαιοκρατία. Το θέμα το προσεγγίζουμε έτσι, έχοντας επίγνωση των ορίων του ιστορικού υλισμού. Ωστόσο, η διαλεκτική ανάπτυξη της σχέσης παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων μας βοηθά να μην καταλήξουμε στο ψευδοδίλημμα για τον δούλο, τί είναι, παραγωγική σχέση ή παραγωγική δύναμη? Πρόκειται για μη διαμορφωμένη ως τέτοια εργασιακή σχέση, όπως είδαμε ότι οι σχέσεις διανομής, ιδιοποίησης και κατανάλωσης δεν είναι καθ'όλα διαμορφωμένες, πριν τις κεφαλαιοκρατικές τους μορφές.
Μια δική μου ''μετάφραση'' θέσης του Δ.Πατέλη και της ''Λογικής της Ιστορίας'' (βλ. Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, πέντε τόμοι, που διατίθεται στο διαδίκτυο.
Όσο μεγαλύτερη ''αντιστοιχία'' υπάρχει ανάμεσα σε παραγωγικές σχέσεις, παραγωγικές δυνάμεις (αντιστοιχία των πρώτων στον χαρακτήρα και το επίπεδο των δεύτερων), τόσο περισσότερο η υλοποίηση των δυνατοτήτων των παραγωγικών δυνάμεων από τις παραγωγικές σχέσεις κρίνεται από τον ήδη υπάρχοντα γενικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων καλπάζει.
Όσο μεγαλύτερη ''αναντιστοιχία'' υπάρχει μεταξύ σχέσεων-δυνάμεων, τόσο η υλοποίηση των δυνατοτήτων των παραγωγικών δυνάμεων από τις παραγωγικές σχέσεις κρίνεται από την ταξική πάλη εντός των σχέσεων παραγωγής. Αυτό ισχύει σήμερα, πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για την πρώτη συνειδητή μετάβαση, από ταξική κοινωνία και όλη την προηγούμενη ταξικά προσδιορισμενη ιστορική πορεία, στον σοσιαλισμό και τον αταξικό κομμουνισμό. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων φρενάρεται απο κρισιακά φαινόμενα που οφείλονται στο ότι η κεφαλαιοκρατία άγγιξε τα εκτατικά και εντατικά όρια ανάπτυξής της, μην μπορώντας να επαναστατικοποιήσει δραστικά τα μέσα παραγωγής (έχει όριο την αυτοματοποίηση), και να επεκτείνει την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Η κεφαλαιοκρατία βρίσκεται σε όλο και μεγαλύτερη αναντιστοιχία παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων.
Θα πρέπει να ακολουθεί μια σύντομη, ιδιαίτερη ιστορική αναφορά στους κοινωνικούς σχηματισμούς (δουλοκτησία, φεουδαρχία κλπ).
(1)Το Κεφάλαιο, Κ.Μάρξ, πρώτος τόμος
(2) Το Κεφάλαιο, Κ.Μάρξ, πρώτος τόμος, 190-191.
(3) Ο.π, σελ 85.
Να σημειώσω πως με το συγκεκριμένο θέμα έχει ασχοληθεί και ο Λένιν, στα άπαντα, τόμο 29 (Φιλοσοφικά Τετράδια), νομίζω ιδιαίτερα στη συσχέτιση της μαρξικής θεωρίας του ιστορικού υλισμού με την ''διδασκαλία της έννοιας'' του Χέγκελ. Όταν βρω χρόνο θα παραθέσω αποσπάσματα, τα οποία μάλλον θα έπρεπε να συμπεριληφθούν και στην εισήγηση.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν θέλω να σε μπερδέψω τώρα..η έκθεση είναι πολύ καλή, και αρκετά πυκνή. Μόνο να σημειώσω το "καφτό" θέμα της έννοιας της μετα-μόρφωσης του "πράγματος" ως θέμα που άπτεται κάποιων στοιχειακών εννοιολογήσεων που φοβίζουν τους μαρξιστές και έχουν να κάνουν με την εργασία ως γενική διεργασία (οντολογική;) μη αναγώγιμης (μόνο) στην "εξασφάλιση" μέσων ικανοποίησης αναγκών, η "ανταλλαγής" με την φύση. Η εργασία ως εκ του όντος (και μη-όντος) ανάδυση του μη ακόμα υπάρχοντος "αγαθού", ως αναδυσιακό γεγονός της (ριζικά) νέας μορφής. Ο Καστοριάδης,το τράβηξε πολύ και χάθηκε,και έκτοτε κανείς δεν ασχολείται. Φέρνω ένα θέμα(σου κάνω μια μικρή αποκάλυψη μιας απορίας που κανείς μαρξιστής δεν μου έλυσε) που σχετίζεται και με την έννοια "εργατική δύναμη":
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ εργατική δύναμη (ανα-)παράγεται; ή μάλλον αναπαράγεται μονον χωρίς να παράγεται (εξ'ολοκλήρου) ή παράγεται ανα-παραγόμενη. Τείνω πρός το 1ο. Αν ισχύει αυτό, τότε ο κρίκος εργατική δύναμη στην αλυσίδα του νομου της αξίας, σπάει. Η εργατική δύναμη(δυνητικότητα-δύναμη) της εργασίας, άρα και η εργασία δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε σχέση με την έννοια της αξίας, δεν παράγεται, άρα ισχύει ως μέτρο της αξίας, όντας απόλυτη ποιότητα. Η ποιότητα προσδιορίζει την ποσσότητα. Ο κακόμοιρος ο καστοριάδης, απλά απέδειξε το αδύνατο ποσοτικής καθοριστικοποίησης της εργατικής δύναμης-εργασίας κατά το "αξιακό" ( με την οικον.έννοια) μαρξιστικό πρότυπο, αλλά το φτώχυνε το δικό του πρότυπο με έναν μυστικιστικό ποιοτισμό> αν αντιθέτως ποσοτικοποιούσε την δημιουργική δυνητικότητα της εργασίας θα υπερεβαινε την αρχική μαρξιστική θέση, χωρίς να αρνείται μιαν επιστημονική (άρα και ποιοτική) "μέτρησή του..
Εν καιρώ θα αναπτύξω το θέμα..συγγνώμη για την πυκνότητα..όμως ο πυρήνας "εργασία" είναι οντολογικά-δημιουργικός..
Eυχαριστώ για το σχόλιο Γιάννη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπό όσο θυμάμαι κι εγώ, ο Καστοριάδης κριτικάρει την ''εργατική δύναμη ως εμπόρευμα''. Η εργατική δύναμη είτε δεν είναι πράγμα-εμπόρευμα, είτε ''δεν είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα''. Δεν μπορούμε βέβαια να εντοπίσουμε μια ''πραγμοειδή'' στιγμή στον άνθρωπο αποκομμένη από τον ίδιο ως άτομο που φέρει ιδεολογία, υποκειμενικοποιείται και δυνητικά μπορεί να προκαλέσει την ανατροπή κλπ. Αυτές οι ιδιότητες δεν υπάρχουν ασφαλώς στα πράγματα. ''Η εργατική δύναμη δεν είναι εμπόρευμα'', δηλαδή είναι άλλη ποιότητα, ή ''η εργασία δεν είναι ένα εμπόρευμα όπως τα άλλα''? Φυσικά έχουμε να κάνουμε το πρόβλημα της πραγμοποίησης (και της αλλοτρίωσης), το οποίο το πήγε έως τα άκρα ο Λούκατς. Πρόκειται για τάση και όχι για διαμορφωμένη κατάσταση, επομένως πράγματι ο ''κρίκος'' στο Χ-Ε-Χ δεν είναι κρίκος. Δεν είναι όμως και κενό στην εμπορευματοχρηματική συνδεσμολογία. Νομίζω πως για άλλη μια φορά έχουμε να κάνουμε με δύο αντικρουόμενες θέσεις που πρέπει να αναπτυχθούν,με συνειδητό τρόπο, αντιφατικά και συγκρουσιακά. Την ποσοτική καθοριστικοποίηση που λες την αξίας της εργατικής δύναμης, δεν νομίζω πως την υποστηρίζει ως δυνατότητα κάποιος σοβαρός μαρξιστής σήμερα. Η ποσοτική διαίρεση αξίας-υπεραξίας (σε τόσο χρόνο αναπαράγεται η αξία της εργατικής δύναμης κλπ) βοηθά για τα σχολικά παραδείγματα. Άλλωστε, εκτός των άλλων,και εκείνη η ''πολιστική πτυχή'' της αξίας της εργατικής δύναμης δεν καταμετράται. Γιατί περιλαμβάνει και την ιδεολογική καθυποταγή, και το πολιτικό, και τον φετιχισμό του εμπορεύματος, κλπ, συστημικές λειτουργίες που διαμορφώνουν τον εργαζόμενο-ζωντανή εργασία ως τέτοια ικανή και πρόθυμη να υπαχθεί σαν πραγμοειδές στην κεφαλαιοκρατική συσσώρευση.
Αν ο Μάρξ θεωρούσε την εργατική δύναμη ως εμπόρευμα και τους εργαζόμενους πραγμοποιημένους, θα εξοβέλιζε την δυνατότητα συνειδητοποίησης της ταξικής θέσης. Αν θεωρούσε τους ανθρώπους μη πραγμοποιημένους και μη υπαγόμενους στο κεφαλαιοκρατικό δίκτυο σε θέση ανάλογη με αυτή των εμπορευμάτων, δεν θα υπήρχαν κεφαλαιοκρατικοί νόμοι (οργανικής σύνθεσης, αύξησης του ποσοστού υπεραξίας κλπ), και θα καταλήγαμε σε έναν ανθρωπισμό της επαναστατικής επιφοίτησης. Κατά τον Καστοριάδη, για να του βγουν οι τύποι, ο Μάρξ θεωρεί τους ανθρώπους πιόνια των οικονομικών νόμων, και αφαιρεί την ταξική πάλη στους ''τύπους'' (βλ Φ.Θ και ''Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα''). Φυσικά ο Μάρξ δεν κάνει κάτι τέτοιο, δλδ το κάνει και δεν το κάνει. Επανέρχομαι στο θέμα της διαλεκτικής συστημικής κεφαλαιοκρατικής αναγκαιότητας και ελευθερίας, που με απασχόλησε σε προηγούμενη ανάρτηση και με απασχολεί.
Για την ποσοτικοποίηση της δημιουργικής δυνητικότητας της εργασίας για την οποία μιλάς, θα περιμένω την ανάπτυξη αυτής της θέσης που μου φαίνεται βέβαια ελκυστική. Η εργασία ως δημιουργική δραστηριότητα (ανάδυση λες του όντος και του μη-όντος), μεσουρανεί ανάμεσα στην ριζικά νέα μορφή και την ρίζωση στην υλικότητά της. Πως θα αποφύγουμε την απολυτοποίηση του ενός ή του άλλου πόλου δεν ξέρω. Μας ενδιαφέρει και η προβληματική της ''σκοποθεσίας''.
Δεν θεωρώ ότι αυτοσυσταίνεται το ''είδος'' με την εργασία. Δεν θεωρώ όμως προεκβολή του κεφαλαιοκρατικού παρόντος στο παρελθόν, ότι οι άνθρωποι, πριν από όλα, όπως λέει και ο Μάρξ πρέπει να αναπαραχθούν υλικά (αυτό το πριν είναι λογικό-μεθοδολογικό, μόνο).
Διόρθωση
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ ''κρίκος'' στο Χ-Ε-Χ', δεν είναι ''κρίκος''.
Σκέφτηκα τις σκέψεις σου και δεν μπορώ να διαφωνήσω με την εγκράτειά σου, η οποία δεν είναι μονον "μαρξιστικής" βάσεως..απλά τείνω πιο πολύ στον πόλο "ριζικά νέα μορφή", παρόλο που κατανοώ την μάλλον αλχημική και μυστικιστική-μεταφυσική φιλοσοφική βάση της. Ας σταθούμε όμως, γιατί έχει νομιζω το θέμα κομβική σημασία πολιτική και επιστημονική..Λυπάμαι που δεν ξέρω μαθηματικά, για να προσπαθήσω να βοηθήσω στη λύση του προβλήματος τις σχέσης "αξία-εργασία-δημιουργία"..Οι μαρξιστές έχουν κολλήσει, αλλά και οι αστοί αλλά και μη μαρξιστές οικονομολόγοι ριζοσπάστες ρέπουν στην απατεωνία..Οι μόνοι που θα μπορούσαν είναι οι μαρξιστές, αλλά έχουν καταντήσει τόσο αμυντικοί που για δεκαετίες θα περιμένουμε.,.Αν θέσεις το θέμα, στοιχηματίζω ότι θα σε αντιμετωπίσουν συγκαταβατικά, όπως ας πούμε με αντιμετώπισε ο ίδιος ο Σταμάτης..Θα έπρεπε να τα πούμε απο κοντα, να σου δείξω τις αρχαίες μου σημειώσεις ειδικά επι του θέματος, το οποίο είναι και το τελευταίο "μαρξιστικό" θέμα που με απασχόλησε στη ζωή μου σοβαρά, και έφαγα πόρτα απο τους "συντροφους" τους ειδήμονες επι του θέματος..Επειδή δεν είμαστε ούτε θα γίνουμε Μάρξ, χρειαζόμαστε συλλογική-κολλεκτιβιστική δουλειά, εκτός νετ..αλλά οι σύντροφοι είναι εν αμύνει σε τέτοια θέματα ακόμα, ίσως παγκοσμίως..οπότε το "περιθώριο", όπως εγώ ασχολούνται με άλλα..κυρίως με τη φιλοσοφία, πράγμα άγονο τελικά απο επαναστατική σκοπιά..Και υπάρχει και το κκε που είναι "φύσει" και "θέσει" εχθρικό σε κάθε ιεροσυλία..Θα προσπαθήσω να ανασυντάξω την "τελευταία" μαρξιστική μου σκέψη, και να στην εκθέσω ιδία, η μέσω νετ..Όλοι ελπίζουμε σε σένα, ο καθένας με άλλη ίσως στόχευση, αλλά νομίζω όλοι με "αγνότητα"--μη νομίσει κανείς πως τον κρίνω!--εσύ θα αποφασίσεις την κατεύθυνσή σου..
ΑπάντησηΔιαγραφήΜεγάλα θέματα, που μόνο από μια συλλογικότητα μπορούν να διερευνηθούν...Εγώ δεν σκαμπάζω από θετικές επιστήμες, μόνο όταν αυτές θεωρητικολογούν με έναν ορισμένο τρόπο μπορώ να συλλάβω μερικά πράγματα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤί να πει κανείς για όσους αντιλαμβάνονται τα φιλοσοφικά, την οικονομία, την ''κοινωνιολογία'', τα νομικά κλπ, ως αυτόνομα υποσυστήματα. Μεγάλη συμβολή του μαρξισμού ήταν η απόπειρα συμπερίληψης όλων αυτών, και η απόπειρα ως τέτοια ήταν πολύ σημαντική. Μιλάμε για το θέμα αξία-εργασία-δημιουργία, που πραγματικά δεν μπορεί να ταξινομηθεί κάπου.
Έχω πολλές πρόχειρες σκέψεις, αλλά παραδέχομαι ότι δεν μπορώ να τεκμηριώσω με ικανοποιητικό τρόπο την ''ύπαρξη'' της αξίας και της υπεραξίας, σε σχέση και με τον άνθρωπο-εμπόρευμα τον οποίο έθιξες (κατά το ''να θίγεις τα κακώς κείμενα''). Μπορώ να επιχειρηματολογήσω για την εννοιολογική της αναγκαιότητα στο εγελομαρξιστικό οικοδόμημα του ''Κεφαλαίου''. Υπάρχουν πολλά ζητήματα (στέκει το αναγώγιμο της σύνθετης στην απλή εργασία σήμερα? Σε ποιό βαθμό?). Πχ ο Νέγκρι, όσο και να κατακριθεί, προσπάθησε να απαντήσει σε μερικά ερωτήματα, για τα οποία άλλοι στρουθοκαμηλίζουν(αυτό το λέω χωρίς ικανοποιητική εποπτεία, ακόμη, του έργου του).
Αν θέλεις και έχεις χρόνο, το Σάββατο μπορείς να έρθεις στην παρουσίαση. Η αλήθεια είναι πως απέβλεπα, μεταξύ άλλων, και σε αυτό μέσω αυτής της ανάρτησης.
Tελικά, φίλε Γιάννη εσύ θα ξέρεις καλύτερα, έχει απαντηθεί ικανοποιητικά το ότι οι άνθρωποι διαμορφώνονται από τις συνθήκες, αλλά μπορούν να τις αλλάξουν?
ΑπάντησηΔιαγραφήΈστω και λίγο αν δεν το πιστεύαμε αυτό, δε θα συζητούσαμε καν, ούτε θα θέταμε το ερώτημα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΆρα, μια φλόγα σιγοκαίει.
Θα με ενδιέφερε να ακούσω την άποψη σου πάνω στο ερώτημα που θέτεις στο κείμενο, δηλ. αν "οι τάξεις κινούν την ιστορία ή η διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων?"
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν το έχω απόλυτα ξεκαθαρισμένο το ζήτημα. Νομίζω ότι και οι δύο παράγοντες ισχύουν και σε ένα ορισμένο βαθμό (δεν μπορώ να πω πόσο) είναι αλληλενδετοι. Το μόνο που μπορώ να πω αυτή τη στιγμή είναι ότι η απολυτοποίηση τόσο της μιας όσο και της άλλης παραμέτρου μπορεί να οδηγήσουν σε απλουστεύσεις και συνεπώς (αυτό μάς ενδιαφέρει περισσότερο) σε σφάλματα στρατηγικής. Π.χ. η παραγνωριση της ταξικής πάλης μπορεί να οδηγήσει σε έναν τελεολογικού χαρακτήρα ντετερμινισμό, ενώ η απολυτοποίησή της σε λάθη αριστεριστικού χαρακτήρα.
Συγγνωμη που ο προβληματισμός μου και το ερώτημά μου είναι λίγο off-topic.
Τι ειναι αυτός ο ομιλος τέλος παντων ?
ΑπάντησηΔιαγραφή@rakis:
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο ερώτημα που αφορά τις συνθήκες και τους ανθρώπους το διατυπώνω σαν επιστέγασμα της αντίφασης μιας (κεφαλαιοκρατικής μεταξύ άλλων) δομικής αιτιότητας και μιας θεσμίζουσας ''ελευθερίας'', γιατί νομίζω πως τελικά υπερβαίνει την κλασική διαπίστωση ότι η σχέση είναι ''διαλεκτική''. Αφορά και τον προβληματισμό περί πραγμοποίησης ή μη, που σχολιάσαμε με τον Eriugena.
Y.Ρ: Σε ευχαριστώ πολύ για όσα άρθρα-κείμενα μου έχεις στείλει (πχ περί αλληλεπιδραστικότητας όντος-περιβάλλοντος), δεν έχω προλάβει, λόγω φοιτητικών, να τα μελετήσω επαρκώς, για αυτό και δεν αποτυπώνω σχετικούς, ενδιαφέροντες προβληματισμούς σε κείμενα σαν το παρόν, που απευθύνονται σε συγκεκριμένο ακροατήριο σαν εισήγηση σε κουβέντα.
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
ΑπάντησηΔιαγραφή@Ανανεωτικός κομμουνιστής
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαθόλου off the topic. Είναι ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα, στα οποία κάνει νύξη το κείμενο. Κάποτε είχα κάνει μια ξεχωριστή ανάρτηση για το θέμα, η οποία δεν με κάλυπτε και την έχω σβήσει. Πρώτα από όλα, η ''παλινδρομική κίνηση'' (Jameson) από τη μία θέση στην άλλη,την οποία υποδεικνύεις, είναι πολύ σωστή και μια πρώτη γραμμή άμυνας. Το αλληλένδετο πράγματι ισχύει, το θέμα είναι να ξεκαθαριστεί όπως είπες σε τί βαθμό ισχύει, δεύτερον κάποια θέση από τις δύο είναι η κυρίαρχη, τρίτον η διαλεκτική των ίδιων των παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων, τέταρτον, τί συγκροτεί το άλλο (η ταξική σχέση τον τρόπο παραγωγής ή ο τρόπος παραγωγής την ταξική σχέση?Δεν μιλάω για την ταξική πάλη και της εντάσεις της όπου εμπλέκεται και το πολιτικό κλπ, αλλά για την ταξική σχέση ως τέτοια). Τέταρτον, αν πρέπει, όντας ''διαλεκτικοί'', να περιοδολογήσουμε (ο παράγοντας χρόνος). Ενδεχομένως η απάντησή μας διαφέρει ανάλογα με τον τρόπο παραγωγής, την αντιστοιχία/αναντιστοιχία σχέσεων-δυνάμεων, την ιστορική ''ωρίμανσή'' τους, κλπ. Έθεσα πρώτα κάποια ερωτήματα που προδιαγράφουν κάποια πλαίσια στα οποία πρέπει να κινηθεί η κουβέντα. Δυστυχώς, είναι τέτοια η πολεμική που εξαπολύουν διάφοροι και διάφοροι, που πριν κατασταλλάξω και εγώ στο ''δόγμα'' μου, αποφεύγω να κάνω ειδική ανάρτηση. Υπάρχει κάποιος ο οποίος μου έλεγε πως το μανιφέστο γράφει στο opening η ιστορία των κοινωνιών είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων, άρα οτιδήποτε άλλο πω, δεν είναι ''στο όνομα του μαρξισμού''. Από την άλλη, ο ίδιος απέδιδε την πρωτοκαθεδρία ''σε τελευταία ανάλυση'' στις παραγωγικές δυνάμεις (το σε τελευταία ανάλυση εδώ είναι δική του χρήση του όρου). Τέτοιες θέσεις μου φαίνονται λίγο τρικυμία εν κρανίω. Μου φαίνεται εντωμεταξύ αδιανόητο για τόσο σημαντικό θέμα να μην ανοίγεται, έστω και διαδικτυακά, με σοβαρούς όρους και χωρίς δογματισμό μια τέτοια κουβέντα.
Η δική μου θέση συνοψίζεται στις δύο τελευταίες παραγράφους του κειμένου. Δεν θεωρώ ότι η ταξική σχέση-πάλη ήταν ο κυρίαρχος παράγοντας στην μετάβαση πχ από την δουλοκτησία στη φεουδαρχία. Δεν ήταν οι δούλοι που ύστερα έγιναν οι ταξικά κυρίαρχοι. Στη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό επίσης αμφιβάλλω. Μολονότι τελικά οι ιστορικές δυνατότητες ''υλοποιήθηκαν'' από την αστική τάξη, επίσης δεν θεωρώ ότι η ταξική σχέση-πάλη ήταν το κυρίαρχο. Δεν καπέλωσαν οι δουλοπάροικοι τους φεουδάρχες (βασική ταξική αντίθεση της εποχής για τον κλασικό μαρξισμό), αλλά οι συντεχνίες, οι μάστορες, το εμπορικό και τοκογλυφικό κεφάλαιο ήταν που μετεξελίχθηκε, για τον μαρξισμό, σε αστική τάξη, στο περιθώριο της βασικής ταξικής αντίθεσης φεουδαρχών-δουλοπάροικων (όχι ότι δεν επηρεάζονται έμμεσα από αυτή). Στα Grundrisse όπου περιγράφει τους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, είναι ολοφάνερο ότι ο Μάρξ προκρίνει την ''εγελομαρξιστική'' διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-παραγωγικών δυνάμεων. Από εκεί και πέρα, στην κεφαλαιοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει, για τον μαρξισμό, άλλη αναδυόμενη δύναμη σε κάποιο ''περιθώριο''. Η ζωντανή εργασία είναι αυτή που πρέπει να χειραφετήσει όλη την ανθρωπότητα. Η ταξική πάλη που βασίζεται στην αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας (και όχι το ανάποδο) είναι η βασική αντίθεση και ο καπιταλισμός δεν αφήνει ''εκτός'', ούτε ''περιθώριο'' ανάπτυξης αναιρετικών του εαυτού του κοινωνικών σχέσεων (όπως πχ ήταν οι αστικές σχέσεις στο περιθώριο των φεουδαρχικών δομών). Η ταξική πάλη επίσης διαδραματίζει αύξοντα ρόλο, όσο περισσότερο κοινωνικοποιείται η εργασία, αλλά και όσο αυξάνεται η αναντιστοιχία παραγωγικών σχέσεων-δυνάμεων, όπως γράφω στις τελευταίες δύο παραγράφους του παραπάνω κειμένου. Από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό-κομμουνισμό έχουμε την πρώτη συνειδητή μετάβαση, επομένως και για το λόγο αυτό για την πρώτη άρση του καπιταλισμού η ταξική πάλη παίζει τον αποφασιστικό ρόλο. Από εκεί και πέρα και στην αλυσίδα των αρνήσεων, είναι μια ακόμη μεγαλύτερη κουβέντα. Θα ήθελα να συνεχιστεί η κουβέντα.
@Fodas
ΑπάντησηΔιαγραφήO όμιλος αυτός είναι μια ομάδα μελέτης του μαρξισμού. Η κάθε συνάντηση έχει από πριν μια ορισμένη θεματική, και πραγματοποιείται είτε με τη μορφή εισήγηση-κουβέντα, είτε στη μορφή συλλογικής ανάγνωσης ενός κειμένου. Ο όμιλος έχει συσταθεί από μέλη της μαρξιστικής σχολής ''Λογική της Ιστορίας''. Βλέπε http://www.omilos.tuc.gr/ και http://www.ilhs.tuc.gr/gr/index.htm.
Την έχω δει τη σελίδα και μελετησει καποια αρθρα του ομιλου , όμως δε βρηκα κατι συγκεκριμενο για ομιλο στην Αθήνα, γνωρίζεις αν υπάρχει/λειτουργεί και το πρόγγραμα του ;
ΑπάντησηΔιαγραφή@Fodas
ΑπάντησηΔιαγραφήAν δεις παλιότερες ανακοινώσεις λέει και για τις συναντήσεις στην Αθήνα. Υπάρχει ο όμιλος, κάναμε πρώτη θεματική-οργανωτική συνάντηση για το τί θα πούμε στο περίπου μες στην χρονιά, το πρώτο Σάββατο ακυρώθηκε όπου θα παρουσίαζα αυτήν την εισήγηση που έχω αναρτήσει εδώ. Θα γίνει μάλλον το Σάββατο που έρχεται, θα σε ειδοποιήσω.
αν μπορεις να στειλεις ένα mail ή να κανεις ένα σχολιο εδώ όταν μαθεις κατι θα ημουν υπόχρεος
ΑπάντησηΔιαγραφή@Oκ,θα σε ειδοποιήσω.
ΑπάντησηΔιαγραφήδεν εχω καταφερει να βρω λινκ του ομιλου αθηνας, ωστε να μαθαινουμε εγκαιρα για τις συναντησεις! Δημοσιευονται καπου συγκεκριμενα καθε φορα?
ΑπάντησηΔιαγραφή@Ανώνυμος
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλά που το επισήμανες, το site http://www.omilos.tuc.gr/ ενώ πέρσι ενημερωνόταν έγκαιρα, έχει καιρό να ενημερωθεί. Θα το ζητήσω. Μέχρι τότε θα ενημερώνω όποιον ενδιαφέρεται από το εδώ blog μου για τις συναντήσεις.
Το περασμένο Σάββατο παρουσίασα περιληπτικά το παραπάνω κείμενο. Στο τέλος έγιναν ερωτήσεις και κουβέντα, αλλά λόγω χρόνου αυτή θα συνεχιστεί, με αφορμή την ίδια εισήγηση, στην επόμενη συνάντηση. Εκτός απροόπτου, αυτή έχει οριστεί για το μεθεπόμενο Σάββατο (όχι της 28 Οκτώβρη, το επόμενό του).